Apothesis
Καλωσορίσατε στο Apothesis, το Ιδρυματικό Αποθετήριο της Βιβλιοθήκης και Κέντρου Πληροφόρησης του ΕΛΜΕΠΑ.
Πρόκειται για μια προσπάθεια που ξεκίνησε το 2001 και αφορά στη συλλογή, διατήρηση και προβολή - με ενιαίο τρόπο - του πνευματικού έργου που παράγεται κυρίως από τους φοιτητές στο ΕΛΜΕΠΑ και δεν δημοσιεύεται αλλού.
Κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να χρησιμοποιήσει το Ιδρυματικό Αποθετήριο για να έχει πρόσβαση στα πλήρη κείμενα των πτυχιακών εργασιών. Είναι επιβεβλημένη, εντούτοις, η αναφορά στη χρήση εργασιών βάσει του νόμου και των κανόνων περί πνευματικών δικαιωμάτων.

Κοινότητες στο DSpace
Επιλέξτε μια κοινότητα για να περιηγηθείτε στις συλλογές της.
Πρόσφατες Υποβολές
Η ένταξη του λεοντόψαρου στο διαιτολόγιο των Κυπρίων ως παράγοντας για τη διατήρηση του θαλάσσιου οικοσυστήματος
(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-06-30) Λαούρη, Αικατερίνη; Laouri, Aikaterini; Τσικαλάκης, Γεώργιος; Tsikalakis, Georgios
Το λεοντόψαρο (Pterois miles) είναι ένας λεσσεψιανός μετανάστης που έχει εισβάλει στη Μεσόγειο θάλασσα, έχει εγκαταστήσει πληθυσμούς σε όλη την ανατολική Μεσόγειο και εξαπλώθηκε με ταχύτατους ρυθμούς προς τα δυτικά, φτάνοντας μέχρι στιγμής στην κεντρική Μεσόγειο. Στην Κύπρο θεάθηκε για πρώτη φορά το 2012, στα ανατολικά παράλια του νησιού και από τότε οι πληθυσμοί του ολοένα και αυξάνονται εκτοπίζοντας τα ιθαγενή ψάρια. Πρόκειται για χωροκατακτητικό είδος το οποίο αποτελεί απειλή για τα θαλάσσια οικοσυστήματα της Μεσογείου, καθώς ενδέχεται να προκαλέσει δυσμενείς επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα, στις υπηρεσίες οικοσυστήματος, στην οικονομία και στην ανθρώπινη υγεία. Η αύξηση του πληθυσμού των λεοντόψαρων προκαλεί ανησυχία και οι υπεύθυνοι φορείς στην Κύπρο καλούνται να βρουν και να εφαρμόσουν άμεσα, μέτρα για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η κατανάλωσή του λεοντόψαρου από τους ανθρώπους, αποτελεί ένα μέτρο που μπορεί να μειώσει τον πληθυσμό αυτού του ψαριού και να απομακρύνει τον κίνδυνο υποβάθμισης στα τοπικά θαλάσσια οικοσυστήματα.
Στα πλαίσια της παρούσας εργασίας, έγινε χρήση ερωτηματολογίου με σκοπό τη διερεύνηση των γνώσεων και των αντιλήψεων για το λεοντόψαρο. Το ερωτηματολόγιο συμπλήρωσαν 130 Κύπριοι που σχετίζονται με τη θάλασσα. Τα ευρήματα έδειξαν πως κατά πλειοψηφία οι συμμετέχοντες γνωρίζουν το λεοντόψαρο και τους πιθανούς κινδύνους που μπορεί να επιφέρει στο θαλάσσιο οικοσύστημα της Κύπρου, αλλά και την πιθανή διατροφική του αξία. Επιπλέον, δήλωσαν πρόθυμοι στο να συμμετέχουν σε ενέργειες για τον περιορισμό των κινδύνων από την εξάπλωση του λεοντόψαρου.
Όσον αφορά τη διερεύνηση της ετοιμότητας των κυπρίων να εντάξουν στη δίαιτά τους το λεοντόψαρο, φαίνεται ότι τα αποτελέσματα είναι αρκετά ενθαρρυντικά αφού η συντριπτική πλειοψηφία των συμμετεχόντων, πάνω από το 90% ανέφεραν πως έχουν δοκιμάσει λεοντόψαρο και 8 στους 10 δήλωσαν ότι τους άρεσε πολύ ή πάρα πολύ η γεύση του. Το συγκεκριμένο ψάρι είναι ασφαλές για ανθρώπινη κατανάλωση, έχει αποδειχθεί ότι έχει υψηλή διατροφική αξία και όπως έδειξαν τα ευρήματα της παρούσας έρευνας, οι κύπριοι το θεωρούν εύγευστο, γεγονός που θα διευκολύνει την ένταξη του στο διαιτολόγιό τους. Επομένως, φαίνεται ότι υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες για την εφαρμογή αυτού του μέτρου αντιμετώπισης του υπερπληθυσμού των λεοντόψαρων, που θα συμβάλλει στη διατήρηση ενός υγιούς θαλάσσιου οικοσυστήματος. Παρόλα αυτά θα πρέπει να εφαρμοστούν ενέργειες ενημέρωσης του κοινού σχετικά με το λεοντόψαρο, τη διατροφική του αξία και την απειλή που αποτελεί αυτό το ξενικό ψάρι για το θαλάσσιο οικοσύστημα.
Η διατροφική αξία των ιχθύων και η διατροφογενωμική επίδραση στον ανθρώπινο οργανισμό
(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-06-30) Κωνσταντινίδου, Δήμητρα; Παπαβασιλείου, Βασιλική; Konstantinidou, Dimitra; Papavassiliou, Vasiliki; Νικολάκη, Μαρούλλα; Nikolaki, Maroulla
Η κατανάλωση ψαριών αποτελεί μία από τις καλύτερες διατροφικές επιλογές, καθώς αποτελεί άριστη πηγή θρεπτικών συστατικών και έχει μια πληθώρα ευεργετικών ιδιοτήτων. Η κατανάλωσή τους αποτελεί αναπόσπαστο πυλώνα της μεσογειακής διατροφής (σύσταση κατανάλωσης ψαριού τουλάχιστον 2 μερίδες την εβδομάδα), καθώς οι μεσογειακές περιοχές διακρίνονται από τη διαχρονική παράδοση στην αλιεία. Πληθώρα μελετών έχουν αναδείξει τις ευεργετικές ιδιότητες της μεσογειακής διατροφής, η οποία συμβάλλει εκτός των άλλων στην επιβράδυνση της γήρανσης, στη μείωση της συχνότητας εμφάνισης της στεφανιαίας νόσου, στη μείωση της συχνότητας διαβήτη τύπου 2, στη μείωση των επιπέδων τριγλυκεριδίων, της ολικής και της LDL χοληστερόλης, στη διατήρηση των επιπέδων της HDL, στη μείωση της αρτηριακής πίεσης, στη μείωση της συχνότητας εγκεφαλικών επεισοδίων, νόσων Parkinson και Alzheimer. Τα ψάρια επιπλέον είναι πλούσια σε υψηλής βιολογικής αξίας πρωτεΐνες, λιποδιαλυτές βιταμίνες (βιταμίνη D, A), μέταλλα και ω-3 λιπαρά οξέα (η βασικότερη διατροφική πηγή). Τα ω-3 λιπαρά οξέα, τα οποία αδυνατεί να συνθέσει ο οργανισμός και επομένως είναι αναγκαίο να λαμβάνονται μέσω της διατροφής, έχουν διάφορες ευεργετικές ιδιότητες, με κυριότερες τη μείωση των τριγλυκεριδίων, της αρτηριακής πίεσης, της ινσουλινοαντίστασης και των αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων, τις αντιαρρυθμικές δράσεις και τη σταθεροποίηση των αθηρωματικών πλακών, καθώς και τις αντιφλεγμονώδεις και αντικαρκινικές δράσεις. Επιπλέον, η διατροφική πρόσληψη ψαριών δρα ευεργετικά και σε επιγενετικό επίπεδο, κυρίως μέσω της πρόσληψης ω-3 λιπαρών οξέων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την πρόσληψη EPA και DHA της μητέρας στον σχηματισμό του εγκεφάλου και των νευρώνων του εμβρύου. Ωστόσο, η βιβλιογραφία υποστηρίζει ότι το γενετικό υπόβαθρο επηρεάζει σημαντικά τις ατομικές απαιτήσεις σε λιπαρά οξέα και θα πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψιν.
Φοινικέλαιο: επιδράσεις στην υγεία και περιεκτικότητα συσκευασμένων ειδών αρτοποιίας σε αυτά
(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-06-30) Κοψολαίμη, Αικατερίνη; Kopsolaimi, Aikaterini; Ανδρουλάκη, Καλλιόπη; Androulaki, Kalliopi
Το φοινικέλαιο, που χρησιμοποιείται ευρέως στη βιομηχανία τροφίμων, φαίνεται να συμβάλει στην ανάπτυξη μιας πληθώρας νόσων όπως η Δυσλιπιδαιμία, η Αθηροσκλήρωση, η παχυσαρκία, ο Σακχαρώδης Διαβήτης Τύπου ΙΙ κά, λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς του σε κορεσμένα λιπαρά οξέα. Ωστόσο, πρόσφατες μελέτες αντικρούουν τα συμπεράσματα αυτά, αναφερόμενες τόσο στον κακό σχεδιασμό ορισμένων μελετών, όσο και στην ασυνέπεια στις ενδείξεις όταν γίνεται αντικατάσταση των SFA με πολυακόρεστα λιπαρά οξέα. Από την άλλη, η ιδιαίτερα υψηλή περιεκτικότητα του Ακατέργαστου Φοινικέλαιου σε τοκοτριενόλη, φαίνεται να επιφέρει θετικές επιδράσεις στη Δυσλιπιδαιμία, τη φλεγμονή, τον ΣΔΙΙ, το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, τον καρκίνο και την οστεοπόρωση.
Σκοπός: Αποσαφήνιση του πεδίου αναφορικά με τις επιδράσεις της κατανάλωσης φοινικέλαιου, στην ανθρώπινη υγεία. Παράλληλα, η διερεύνηση του ποσοστού παρουσίας του φοινικέλαιου στα συσκευασμένα προϊόντα αρτοποιίας στην ελληνική αγορά.
Μεθοδολογία: Ανασκόπηση της πρόσφατης βιβλιογραφίας σχετικά με τις επιδράσεις του φοινικέλαιου στην υγεία. Στο ερευνητικό μέρος, πραγματοποιήθηκαν επιτόπιες επισκέψεις σε καταστήματα πώλησης τροφίμων και καταγραφή επιλεγμένων διατροφικών στοιχείων συσκευασμένων ειδών αρτοποιίας σε ειδικά διαμορφωμένη φόρμα. Η περιεκτικότητα των τροφίμων σε φοινικέλαιο αναζητήθηκε μέσω της περιεκτικότητάς τους σε SFA. Από το δείγμα εξαιρέθηκαν είδη αρτοποιίας που περιείχαν ζωικές πηγές λίπους. Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε κατά τον Ιούλιο 2019 και τον Φεβρουάριο, Μάρτιο και Μάιο 2020. Ακολούθησε περιγραφική στατιστική ανάλυση των δεδομένων με χρήση του Microsoft Office Excel 2007.
Αποτελέσματα: Από την βιβλιογραφική ανασκόπηση, το φοινικέλαιο φαίνεται να προκαλεί επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία, συμβάλλοντας σε Δυσλιπιδαιμία, ΣΔ ΙΙ, Παχυσαρκία και Καρκίνο, λόγω της υψηλής του περιεκτικότητας σε SFA και παλμιτικό οξύ (16:0), τα οποία έχουν συνδεθεί με τις παραπάνω νόσους. Στο ερευνητικό μέρος, το δείγμα αποτέλεσαν Ν=309 τρόφιμα, προερχόμενα από 63 διαφορετικές εταιρείες (μάρκες), τα οποία κατά την ανάλυση των δεδομένων ταξινομήθηκαν σε 9 κατηγορίες. Το φοινικέλαιο συναντήθηκε στο 45,6% του δείγματος. Η συντριπτική πλειοψηφία (90,6%) του καταγεγραμμένου δείγματος, προέρχεται από την Ελλάδα. Η υψηλότερη συγκέντρωση λίπους ανά 100 γρ τροφίμου παρατηρήθηκε στην ομάδα «κουλούρι» (21,8 γρ) και «μπισκότο» (20,5 γρ). Η υψηλότερη συγκέντρωση SFA ανά 100 γρ τροφίμου παρατηρήθηκε στην ομάδα «μπισκότο» (8 γρ) και «κρουτόν» (7 γρ). Ως προς την ομάδα τροφίμου, το φοινικέλαιο συναντήθηκε συχνότερα στην ομάδα «φρυγανιά» (81,1%) και «κρουτόν» (80%).
Συμπεράσματα: Το φοινικέλαιο φαίνεται να προτιμάται από τη βιομηχανία άρτου στην Ελλάδα, παρότι δεν αποτελεί εγχώριο προϊόν, πιθανότατα λόγω των οργανοληπτικών πλεονεκτημάτων που διαθέτει σε σύγκριση με άλλα έλαια αλλά και του χαμηλού κόστους. Ωστόσο, το γεγονός ότι συναντάται λιγότερο συχνά στα παξιμάδια, ψωμιά και κουλούρια, τα οποία αποτελούν χαρακτηριστικά τρόφιμα της διατροφής των Ελλήνων, υποδηλώνει ότι διατηρείται ακόμα η παραδοσιακή χρήση ελαιόλαδου σε αυτές τις ομάδες. Το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία του καταγεγραμμένου δείγματος των προϊόντων αρτοποιίας, προέρχεται από την Ελλάδα, επιβεβαιώνει την κουλτούρα του άρτου της χώρας. Ταυτόχρονα, αποκαλυπτική ήταν η περιεκτικότητα όλων των ειδών που μελετήθηκαν σε ολικά λιπαρά γενικότερα, και κορεσμένα ειδικότερα, καθώς πρόκειται για τρόφιμα που θεωρούνται χαμηλής περιεκτικότητας λίπους και συχνά χρησιμοποιούνται ως τέτοια. Τέλος, κρίνεται απαραίτητη περαιτέρω έρευνα σχετικά με το είδος του φοινικέλαιου που χρησιμοποιείται στην βιομηχανία τροφίμων, ώστε να αποσαφηνιστεί τόσο η περιεκτικότητα των SFA, καθώς και η παρουσία η μη της τοκοτριενόλης, ώστε να μπορεί να προκύψει ασφαλές συμπέρασμα σχετικά με την ασφάλεια ή μη των τροφίμων που περιέχουν φοινικέλαιο.
Χορτοφαγική διατροφή και καρδιαγγειακά νοσήματα
(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-06-30) Κουτσολιάκος, Ηλίας; Koutsoliakos, Ilias; Σφακιανάκη, Ειρήνη; Sfakianaki, Eirini
Η παρούσα μελέτη στόχευσε να διερευνήσει τη σχέση μεταξύ της χορτοφαγικής δίαιτας και των καρδιαγγειακών νοσημάτων, αξιολογώντας συγκεκριμένα εάν οι χορτοφαγικές δίαιτες έχουν διαφορετικό αντίκτυπο στους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου σε σύγκριση με τις μη χορτοφαγικές δίαιτες. Η έρευνα στοχεύει να θίξει δύο βασικά ερωτήματα: τον αντίκτυπο της χορτοφαγικής δίαιτας στον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου και τα άμεσα οφέλη για την καρδιαγγειακή υγεία. Πληροφορίες από συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις καλά σχεδιασμένων μελετών και περιπτωσιολογικού ελέγχου, όπως παραδειγματίζονται από τη μελέτη Adventist Health Study και τη μελέτη EPIC-Oxford, δείχνουν ότι οι χορτοφάγοι έχουν χαμηλότερη αρτηριακή πίεση, χαμηλότερη LDL χοληστερόλη, χαμηλότερο δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ), που όλα αυτά μεταφράζονται σε μειωμένο κίνδυνο για καρδιαγγειακά νοσήματα.
Διατροφικές συνήθειες και στάσεις απέναντι στη διατροφή πρωτοετών φοιτητών του Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας, του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου
(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-06-29) Κοσιώνη, Μαρία-Άννα; Kosioni, Maria-Anna; Σφακιανάκη, Ειρήνη; Sfakianaki, Eirini
Στη σημερινή εποχή, η υγιεινή διατροφή απασχολεί όλο και περισσότερο τον άνθρωπο. Η εισαγωγή των νέων στο Πανεπιστήμιο αποτελεί σημαντικό κομμάτι της ζωής τους, καθώς εκείνη την περίοδο όπου οι περισσότεροι φοιτητές απομακρύνονται από το οικογενειακό τους περιβάλλον, μπορούν να διαμορφωθούν συμπεριφορές και να παρατηρηθούν αλλαγές στον τρόπο ζωής τους, σε σχέση με την περίοδο πριν την είσοδό τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Για αυτό τον λόγο, κρίνεται απαραίτητη η διερεύνηση των διατροφικών συνηθειών που υιοθετούν οι νέοι πριν, αλλά και μετά την ένταξή τους στην φοιτητική ζωή. Εξαιτίας των απότομων αλλαγών που υφίστανται οι φοιτητές απομακρυνόμενοι από την οικογενειακή εστία είναι πιθανόν να αντιμετωπίσουν δυσκολίες στον σχηματισμό υγιεινών διατροφικών επιλογών και κατά επέκταση και συνηθειών.
Σε αυτή την μελέτη, πήραν μέρος 127 (100 γυναίκες και 27 άντρες) πρωτοετείς φοιτητές του Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας, του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου, με τους 122 νέους να ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα από 18 έως 26 ετών και οι υπόλοιποι 5 να είναι μεγαλύτεροι από 26 ετών. Το ερωτηματολόγιο μοιράστηκε ηλεκτρονικά στους φοιτητές του δείγματος, το οποίο αποτελούταν από τέσσερις ενότητες. Αυτές οι ενότητες περιλάμβαναν ερωτήσεις σχετικά με τα δημογραφικά χαρακτηριστικά του δείγματος, ένα ερωτηματολόγιο συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων πριν την έναρξη της φοίτησης, ερωτήσεις σχετικά με την φυσική δραστηριότητα, τα διατροφικά πιστεύω και τις διατροφικές γνώσεις πριν την είσοδό τους στο Πανεπιστήμιο, αλλά και ερωτήσεις σχετικά με τις διατροφικές αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν με την έναρξη των σπουδών τους.
Με βάση τα ευρήματα της έρευνας, η πλειοψηφία των ατόμων, το 70,9% (90/127), είχαν φυσιολογικό δείκτη μάζας σώματος. «Ικανοποιητικές» θεωρήθηκαν οι απαντήσεις που αφορούσαν την κατηγορία των διατροφικών γνώσεων, ενώ «μη ικανοποιητικές» για την κατηγορία της φυσικής δραστηριότητας και των διατροφικών πιστεύω. Παράλληλα, το 7,1% των ατόμων ήταν σωματικά αδρανείς με το 42,5% να δηλώνει ότι η κατάσταση βάρους τους τον τελευταίο χρόνο αυξήθηκε και το 53,5% ότι καταναλώνει πρωινό. Από το ερωτηματολόγιο κατανάλωσης τροφίμων, τα άτομα φαίνεται να έχουν μειωμένη πρόσληψη ψαριών (μικρών/μεγάλων) και θαλασσινών, ενώ παρατηρήθηκε αυξημένη κατανάλωση φρούτων, λαχανικών, γάλακτος και μειωμένη πρόσληψη κόκκινου κρέατος και γλυκισμάτων, την περίοδο πριν την ένταξή τους στο Πανεπιστήμιο. Επιπλέον, στις θετικές διατροφικές συνήθειες περιλαμβάνεται και η αποφυγή της συχνής κατανάλωσης γευμάτων από έξω, αναψυκτικών, καθώς και η συχνή κατανάλωση πρωινού και νερού για το μεγαλύτερο μέρος του δείγματος. Με την έναρξη των σπουδών το 44,9% του δείγματος δήλωσε μείωση στην συνολική πρόσληψη φαγητού και το 38,6% ότι παρέμεινε σταθερή. Επίσης, σημειώθηκε μείωση στην κατανάλωση γλυκισμάτων και αύξηση στην πρόσληψη λαχανικών.
Επομένως, φάνηκε ότι οι πρωτοετείς φοιτητές του Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας, του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου, πριν από την έναρξη των σπουδών τους είχαν διαμορφώσει εν μέρη υγιεινές διατροφικές συνήθειες. Με την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, οι νέοι καλούνται να αντιμετωπίσουν δυσκολίες τόσο στην θέσπιση όσο και στην εφαρμογή υγιεινότερων διατροφικών συνηθειών. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι με την ένταξή τους στο Πανεπιστήμιο οι φοιτητές πραγματοποίησαν κάποιες θετικές αλλαγές ως προς τις διατροφικές τους συμπεριφορές.