Πλοήγηση ανά Συγγραφέας "Pilafa, Anna"
Τώρα δείχνει 1 - 1 of 1
Αποτελέσματα ανά σελίδα
Επιλογές ταξινόμησης
Τεκμήριο Η εκτίμηση της ποιότητας ζωής και της σοβαρότητας της νόσου των ασθενών με ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου.(ΕΛ.ΜΕ.ΠΑ., Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), ΠΜΣ Προηγμένη Κλινική Πρακτική στις Επιστήμες Υγείας, 2022-06-15) Πιλαφά, Άννα; Pilafa, AnnaΕισαγωγή: Τα ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου - ΙΦΝΕ (κυρίως η νόσος Crohn και η ελκώδης κολίτιδα) είναι χρόνιες υποτροπιάζουσες παθήσεις του πεπτικού συστήματος με σημαντική επίδραση στη σωματική, κοινωνική και στην ψυχική υγεία των ασθενών που νοσούν. Σκοπός: Η εκτίμηση της ποιότητας ζωής - ΠΖ και της σοβαρότητας της νόσου των ασθενών με ΙΦΝΕ. Υλικό και Μέθοδος: Είναι μία προοπτική μελέτη στην οποία συμμετείχαν 70 ασθενείς που παρακολουθούνταν για ΙΦΝΕ στο γαστρεντερολογικό ιατρείο μεγάλου νοσοκομείου της 7ης ΥΠΕ, κατά την χρονική περίοδο Απρίλιος – Ιούλιος 2021. Πραγματοποιήθηκαν δυο μετρήσεις με ένα μήνα διαφορά για κάθε ασθενή. Χρησιμοποιήθηκαν τα ερωτηματολόγια Short Inflammatory Bowel Disease Questionnaire για την εκτίμηση της ΠΖ, το HADS που εκτιμά το άγχος και την κατάθλιψη και οι κλινικοί δείκτες δραστηριότητας Harvey-Bradshaw-HBI για την νόσο Crohn και Simple Colitis Activity Index-SCAI για την ελκώδη κολίτιδα, ενώ έγινε και καταγραφή των κοινωνικών, δημογραφικών χαρακτηριστικών και καταγραφή της έντασης του πόνου Αποτελέσματα: O μέσος χρόνος νόσησης ήταν τα 10,6 χρόνια. Σχετικά με την υιοθέτηση και πιστή ακολουθία των θεραπευτικών οδηγιών που τους είχαν δοθεί, σχεδόν όλοι (97,1%) απάντησαν καταφατικά. Διαπιστώνονται χαμηλά μέσα επίπεδα πόνου τόσο πριν όσο και μετά τη λήψη οδηγιών, ενώ δεν διαφοροποιούνται σημαντικά στον ένα μήνα από τη χορήγησή τους (3,2 έναντι 3,3 μονάδες, αντίστοιχα, p>0,05). Σύμφωνα με τον SCAΙ, διαπιστώνεται μη σημαντική αύξηση των ασθενών από πριν στη μετά χορήγηση θεραπευτικών οδηγιών με σοβαρή αξιολόγηση της νόσου (σοβαρή νόσος πριν 26,1% έναντι μετά 47,8%, p>0,05). Σύμφωνα με το HBI διαπιστώνονται χαμηλά μέσα επίπεδα του δείκτη τόσο πριν όσο και μετά τη λήψη οδηγιών, χωρίς να διαφοροποιούνται σημαντικά στον ένα μήνα από τη χορήγησή τους (5,53 έναντι 5,51 μονάδες, αντίστοιχα, p>0,05). Διαπιστώθηκε μη σημαντική αύξηση των ασθενών με μέτρια/σοβαρή συμπτωματολογία άγχους (20,0% έναντι 22,9%, p>0,05) καθώς και κατάθλιψης (24,3% έναντι 37,1%, p>0,05). Πριν τις οδηγίες το αυξημένο εκπαιδευτικό επίπεδο σχετίζεται με χαμηλότερα επίπεδα πόνου (rho=-0,331, p<0,05) ή το μεγαλύτερο διάστημα νόσησης με υψηλότερο δείκτη HBI (rho=0,334, p<0,05). Επίσης, ο έγγαμος βίος φαίνεται παραδόξως να σχετίζεται με υψηλότερα επίπεδα καταθλιπτικής συμπτωματολογίας (πριν οδηγιών: rho=0,303, p<0,05) ή πόνου (μετά οδηγιών: rho=0,209, p<0,05). Γενικά, δεν παρατηρούνται σημαντικές διαφορές στον πόνο, στην ΠΖ, στο άγχος ή στη κατάθλιψη μεταξύ των ασθενών με ΝΚ και εκείνων με ΕΚ (p>0,05). Συμπεράσματα. Οι μετρήσεις δεικτών πριν και μετά τις οδηγίες έδειξαν χαμηλά μέσα επίπεδα κλιμάκων πόνου, συμπτωματολογίας νόσου, ΠΖ, άγχους και κατάθλιψης και μη σημαντικές μεταβολές των κλιμάκων μεταξύ των δυο φάσεων, πριν και μετά τη χορήγηση οδηγιών, με εξαίρεση την αύξηση της καταθλιπτικής συμπτωματολογίας. Επίσης διαπιστώθηκε μη σημαντική συσχέτιση με ερευνώμενους δυνητικούς παράγοντες, όπως είναι τα βασικά χαρακτηριστικά των ασθενών αλλά και εκείνα της νόσου τους.