Πλοήγηση ανά Συγγραφέας "Vardaka, Foteini-Paraskevi"
Τώρα δείχνει 1 - 1 of 1
Αποτελέσματα ανά σελίδα
Επιλογές ταξινόμησης
Τεκμήριο Αξιολόγηση μεθόδων εκχύλισης της προπόλης των μελισσών.(ΕΛ.ΜΕ.ΠΑ., ΣΧΟΛΗ ΓΕΩΠΟΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ (ΣΓΕΠ), Τμήμα Γεωπονίας, 2020-04-29) Βαρδάκα, Φωτεινή-Παρασκευή; Vardaka, Foteini-ParaskeviΗ πρόπολη είναι μια φυσική ρητινώδης ουσία και αποτελεί προϊόν της μέλισσας, Apis mellifera. Πρόκειται για ένα υλικό που φτιάχνουν οι μέλισσες συλλέγοντας φυτικές ρητίνες και αναμειγνύοντάς τες με κερί, γύρη, μέλι και αιθέρια έλαια από τα φυτά. Χρησιμοποιείται για την αποστείρωση των κελιών στα οποία γεννάει η βασίλισσα, για να ταριχεύουν μεγαλόσωμους εχθρούς που αδυνατούν να τους αποσύρουν εκτός της κυψέλης, για να ενώνουν τμήματα της κυψέλης μεταξύ τους και να κλείνουν κάθε άνοιγμα της κυψέλης, εκτός από μία είσοδο. Επιπλέον, για τον άνθρωπο έχει ποικίλες φαρμακολογικές ιδιότητες. Η παρούσα πτυχιακή εργασία επικεντρώνεται στην αξιολόγηση μεθόδων εκχύλισης της πρόπολης. Κύριος στόχος ήταν η εύρεση της ταχύτερης και ευκολότερης μεθόδου εκχύλισης, που συνδυάζει την μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε ολικά φαινολικά συστατικά και την μεγαλύτερη αντιοξειδωτική ικανότητα. Οι μέθοδοι που επιλέχθηκαν είναι η κλασσική μέθοδος, η μέθοδος των μικροκυμάτων και η μέθοδος της ανάδευσης. Κονιορτοποιημένη πρόπολη (1 g) αναμείχθηκε με 10 mL διαλύτη (αιθανόλη:νερό 70:30) και υποβλήθηκε σε εκχύλιση με τις προαναφερθείσες μεθόδους. Σε κάθε δοκιμή, έγιναν τρεις επαναλήψεις. Κατά τη κλασσική μέθοδο, το δείγμα διατηρήθηκε σε σκοτεινό μέρος για 3 και 7 μέρες, αναδεύοντας ανά τακτά χρονικά διαστήματα (μερικές φορές την ημέρα). Στη μέθοδο των μικροκυμάτων, κάθε δείγμα εκχυλίστηκε για διαστήματα 10 δευτερολέπτων, με μεσοδιάστημα 2 λεπτών για να κρυώσει. Έγιναν δύο δοκιμές, στην πρώτη τα δείγματα υποβλήθηκαν στην επίδραση των μικροκυμάτων για δύο διαστήματα και στην άλλη για τρία. Στη μέθοδο της ανάδευσης, τα δείγματα αναδεύτηκαν για 24 και 48 ώρες, στις 150 στροφές ανά λεπτό. Στην περίπτωση της 24ωρης ανάδευσης, έγιναν δύο δοκιμές, με διαφορετική ποσότητα πρόπολης (2 g). Για την αξιολόγηση των εκχυλισμάτων, μετρήθηκε το ολικό φαινολικό περιεχόμενο, με τη μέθοδο Folin – Ciocalteau, ενώ για τον προσδιορισμό της αντιοξειδωτικής ικανότητας των εκχυλισμάτων, χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος της 1,1-διφαίνυλο-2-πικρυλοϋδράζυλο ελεύθερης ρίζας (DPPH). Όπως προέκυψε από τα αποτελέσματα της παρούσας εργασίας, η κλασσική εκχύλιση, είναι μια απλή και εύκολη μέθοδος, που απαιτεί αρκετό χρόνο, προσφέροντας εκχύλισμα, με μία ικανοποιητική περιεκτικότητα σε ολικά φαινολικά συστατικά (Κα – 79,9 mg GAE / g πρόπολης), καθώς και σε αντιοξειδωτική δράση (700 mg Trolox / g πρόπολης). Επίσης, η μέθοδος των μικροκυμάτων, αποτελεί την ταχύτερη μέθοδο εκχύλισης, δίνοντας ένα αξιοσέβαστο περιεχόμενο σε ολικά φαινολικά, (Μβ – 84,3 mg GAE / g πρόπολης), έχοντας όμως την μικρότερη αντιοξειδωτική ικανότητα (575 mg Trolox / g πρόπολης). Τέλος, η μέθοδος ανάδευσης, έχει τη δυνατότητα να παράξει εκχυλίσματα πλούσια σε φαινολικά συστατικά (Αβ – 166,5 mg GAE / g πρόπολης), αλλά και με πολύ μεγάλη αντιοξειδωτική ικανότητα, μέσα σε ένα ικανοποιητικό χρονικό διάστημα (1774 mg Trolox / g πρόπολης). Το δείγμα Αβ είχε διπλάσια ποσότητα πρόπολης, οπότε ήταν λογικό να περιέχει το εκχύλισμα περισσότερα φαινολικά συστατικά και να έχει υψηλότερη αντιοξειδωτική δράση. Τα δείγματα Αα και Αγ είχαν παρόμοια περιεκτικότητα σε φαινολικά (119,1 και 122 mg GAE / g πρόπολης αντίστοιχα) και παρόμοια αντιοξειδωτική δράση (978 και 926 mg Trolox / g πρόπολης αντίστοιχα), που σημαίνει ότι η εκχύλιση για επιπλέον 24 ώρες στο Αγ δεν έδωσε καλύτερα αποτελέσματα. Σαν τελικά συμπεράσματα, μπορούμε να πούμε τα εξής: Και οι τρεις μέθοδοι έδωσαν ικανοποιητικά αποτελέσματα. Η μέθοδος της ανάδευσης έδωσε τα καλύτερα αποτελέσματα σε 24 ώρες. Ανάδευση για 48 ώρες δεν έδωσε καλύτερα αποτελέσματα από τις 24 ώρες. Η μέθοδος των μικροκυμάτων, αν και ταχύτατη, δε δίνει ικανοποιητική ποσότητα φαινολικών στο εκχύλισμα. Η επίδραση των μικροκυμάτων ενδέχεται να οδηγεί σε καταστροφή φαινολικών ουσιών ή εκχύλιση κηρών. Χρειάζεται να συνεχιστεί η έρευνα, βελτιώνοντας τις συνθήκες των μεθόδων που μελετήθηκαν (π.χ. τροποποίηση του pH του διαλύτη) και αξιολογώντας και άλλες μεθόδους εκχύλισης (π.χ. υπερήχους).