Λογότυπο αποθετηρίου
  • Ελληνικά
  • English
  • Σύνδεση
Λογότυπο αποθετηρίου
  • Κοινότητες & Συλλογές
  • Όλο το DSpace
  • Ελληνικά
  • English
  • Σύνδεση
  1. Αρχική
  2. Πλοήγηση Ανά Συγγραφέα

Πλοήγηση ανά Συγγραφέας "Zeimpeki, Maria"

Τώρα δείχνει 1 - 1 of 1
Αποτελέσματα ανά σελίδα
Επιλογές ταξινόμησης
  • Φόρτωση...
    Μικρογραφία εικόνας
    Τεκμήριο
    Σύνδρομο νυχτερινής υπερφαγίας και σύνδρομο επεισοδιακής υπεραγίας.
    (Τ.Ε.Ι. Κρήτης, Σχολή Τεχνολογίας Γεωπονίας και Τεχνολογίας Τροφίμων (Σ.Τε.Γ.Τε.Τ), Τμήμα Διατροφής και Διαιτολογίας, 2010-10-18T13:04:59Z) Ζεϊμπέκη, Μαρία; Zeimpeki, Maria
    Τα τελευταία χρόνια έχει επιτευχθεί μεγάλη πρόοδος στην κατανόηση και θεραπεία των διατροφικών διαταραχών. Παρόλα αυτά υπάρχουν και άλλες δύο διατροφικές διαταραχές όπως είναι το σύνδρομο νυχτερινής υπερφαγίας και επεισοδιακής υπερφαγίας, οι οποίες είναι κάπως υποτιμημένες ως προς το ενδιαφέρον των επιστημόνων για τη κατανόηση και τη θεραπεία τους. Το σύνδρομο νυχτερινής υπερφαγίας αρχικά περιγράφτηκε το 1955 από τους Stunkard, Grace και Wolff βασισμένο στις κλινικές παρατηρήσεις τους, για τις διατροφικές διαταραχές μιας ομάδας παχύσαρκων ασθενών που χρειάζονταν θεραπεία για το βάρος τους και χαρακτηρίστηκαν από την κατανάλωση τουλάχιστον του 25% ή του 50% των ολικών ημερήσιων θερμίδων μετά το βραδινό γεύμα. Συχνά συσχετίζεται με διαταραχές του ύπνου καθώς και με άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Στις διαταραχές του ύπνου περιγράφτηκαν και δυο επιπρόσθετοι τύποι της νυχτερινής υπερφαγίας: το σύνδρομο νυχτερινής υπερφαγίας/κατανάλωσης ποτού και η νυχτερινή διατροφική διαταραχή συσχετιζόμενη με τον ύπνο. Τα τελευταία πενήντα χρόνια, έγιναν ολιγάριθμες μελέτες πάνω στο σύνδρομο νυχτερινής υπερφαγίας, έτσι παρέμειναν αναπάντητα πολλά ερωτήματα σχετικά με αυτό. Μεταξύ των χρονολογιών 1955 με 1991 υπήρξαν μόνο εννέα δημοσιευμένες αναφορές σχετικά με το σύνδρομο, επτά από τις οποίες ήταν αναφορές περιπτώσεων. Το 1990 ο Αμερικάνικος Σύλλογος Διαταραχών Ύπνου όρισε το σύνδρομο νυχτερινής υπερφαγίας σαν επαναλαμβανόμενα ξυπνήματα με σκοπό τη κατανάλωση τροφής ακολουθούμενο από κανονικό ύπνο μετά την εκδήλωση της συγκεκριμένης διατροφικής συμπεριφοράς. Επίσης ο Birketvedt και οι συνεργάτες του το 1999 παρατήρησαν συσχέτιση του συνδρόμου με έρευνες συμπεριφοράς και νευροενδοκρινικές μελέτες καθώς οι πληροφορίες προηγούμενων αναφορών έδειξαν ότι σε παχύσαρκους ασθενείς το σύνδρομο σχετίζεται με ψυχονευρωτισμό και κατάθλιψη. Επιπλέον η διάθεση των ατόμων που εμφάνιζαν το σύνδρομο νυχτερινής υπερφαγίας ήταν συνήθως χαμηλή, με ευδιάκριτη χειροτέρευση μετά το βράδυ. Η επιδημιολογία του συνδρόμου νυχτερινής υπερφαγίας εκτιμάται σε 1.5% στο γενικό πληθυσμό, 8.9% έως 15% ανάμεσα σε παχύσαρκους ασθενείς που νοσηλεύονται και 31% έως 42% ανάμεσα σε άτομα που υφίστανται χειρουργική επέμβαση για νοσηρή παχυσαρκία. Επίσης παρατηρήθηκε ότι το σύνδρομο ήταν περισσότερο κοινό ανάμεσα στα κορίτσια μαύρης φυλής από ότι ανάμεσα στα κορίτσια λευκής φυλής όταν η κατανάλωση του φαγητού γίνονταν μετά τις 7μμ και ιδιαίτερα αργά το βράδυ. Η επιδημιολογία του συνδρόμου ποικίλει σε κάθε ηλικία. Οι έφηβοι κινδυνεύουν περισσότερο να εμφανίσουν τα συμπτώματα του συνδρόμου ενώ οι ηλικιωμένοι διατρέχουν λιγότερο κίνδυνο. Ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοι της μαύρης φυλής είναι απίθανο να εμφανίσουν τα συμπτώματα σε σχέση με ομάδες άλλων ηλικιών. Συν αυτό διαπιστώθηκε ότι το 1.1% των παιδιών ηλικίας 5-6 ετών εμφάνιζαν συμπτώματα νυχτερινής υπερφαγίας. Η νυχτερινή υπερφαγία είναι μια διατροφική διαταραχή που σχετίζεται με ψυχοπαθολογικά χαρακτηριστικά και τα αποτελέσματα των μελετών δείχνουν ότι το σύνδρομο νυχτερινής υπερφαγίας δεν είναι μόνο ένα σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από άτακτη πρόσληψη τροφής αλλά χαρακτηρίζεται και από ψυχολογικές, ορμονικές και περιβαλλοντικές αιτίες όπου όλα μαζί εμποδίζουν τη θεραπεία του συνδρόμου αλλά και τη μείωση του σωματικού βάρους των ατόμων. Τα συμπτώματα του συνδρόμου νυχτερινής υπερφαγίας έχουν αναθεωρηθεί πολλές φορές από διαφορετικούς συγγραφείς που μελετούν τις διατροφικές διαταραχές. Τα πρώτα συμπτώματα που διαγνώστηκαν το 1955 από τον Stunkard και τους συνεργάτες του, ήταν η πρωινή ανορεξία, η βραδινή υπερφαγία, η αϋπνία και το στρες. Από τότε, προστέθηκαν επιπλέον και τα νυχτερινά ξυπνήματα με σκοπό τη πρόσληψη τροφής, ενώ το στρες δεν θεωρήθηκε κύριο σύμπτωμα του συνδρόμου. Επίσης σημαντικό ρόλο παίζει και ο ύπνος που έχει υψηλή βιολογική αξία και μαζί με τη πείνα αποτελούν θεμελιώδεις βασικές ανάγκες που γίνονται από ομοιοστατικές και κιρκαδικές επιρροές. Αν για οποιοδήποτε λόγο απορυθμιστούν αυτές οι ανάγκες, τότε εμφανίζονται προβλήματα που σχετίζονται με τη σωματική υγεία (υπέρταση, καρδιοπάθειες, κούραση, παχυσαρκία), τη ψυχική υγεία (πνευματική διαύγεια, κρίση, συγκέντρωση, κατάθλιψη) καθώς και εμφάνιση νυχτερινών διατροφικών διαταραχών. Αντίθετα, το σύνδρομο επεισοδιακής υπερφαγίας περιγράφτηκε το 1959 από τον Stunkard αν και η επανεμφάνιση του έγινε το 1992 και 1993, με μια σειρά μελετών που έγιναν από τον Spitzer και τους συναδέλφους του. Χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενα τσιμπολογήματα τουλάχιστον 2 φορές τη βδομάδα για τουλάχιστον 6 μήνες κατά τα οποία το άτομο νιώθει μια αίσθηση απώλειας ελέγχου κατά τη διάρκεια του τσιμπολογήματος γεγονός που προκύπτει από τη παρουσία των τριών από τα πέντε κριτήρια που ακολουθούν: γρήγορη πρόσληψη τροφής, πρόσληψη τροφής όταν το άτομο δεν πεινάει φυσιολογικά, μοναχική πρόσληψη τροφής εξαιτίας της αμηχανίας που νιώθει για τη ποσότητα τροφής που καταναλώνει, πρόσληψη τροφής ώσπου να χορτάσει υπερβολικά και αίσθημα αυτοαηδίας για την υπερφαγία. Η επεισοδιακή υπερφαγία συμπεριλήφθηκε στην τάξη των «μη προσδιοριζόμενων αλλιώς διατροφικών διαταραχών», η οποία σχεδιάστηκε για να συμπεριλάβει τα άτομα που έχουν μια διατροφική διαταραχή αλλά δεν εμφανίζουν τα διαγνωστικά κριτήρια της ψυχογενούς ανορεξίας και βουλιμίας. Η τέταρτη έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου των Διανοητικών Διαταραχών περιλαμβάνει την επεισοδιακή υπερφαγία σαν ένα παράδειγμα μέσα σε μια γενική κατηγορία των μη προσδιοριζομένων αλλιώς διαταραχών και παρέχει συγκεκριμένα διαγνωστικά κριτήρια για τη επεισοδιακή υπερφαγία στο Παράρτημα. Οι ρυθμοί συχνότητας του συνδρόμου επεισοδιακής υπερφαγίας ποικίλλουν σημαντικά και κυμαίνονται από 1.1% σε 30%. Οι πρώτες μελέτες από τον Spitzer και τους συνεργάτες του βασίστηκαν σε ερωτηματολόγια όπου η συχνότητα του συνδρόμου εκτιμήθηκε από 29% με 30% στα παχύσαρκα άτομα. Μεταγενέστερες μελέτες που έγιναν για τα άτομα αυτά και βασίστηκαν σε συνέντευξη παρατήρησαν μια μικρότερη συχνότητα του συνδρόμου: 18.8% και 8.9%. Επιπλέον οι γυναίκες είναι 1,5 φορές περισσότερο πιθανό να διαγνωσθούν με το σύνδρομο επεισοδιακής υπερφαγίας σε σύγκριση με τους άντρες αν και πολλές μελέτες δεν βρήκαν σημαντικές διαφορές στα γένη όταν συγκρίνανε λευκές γυναίκες και άντρες με επεισοδιακή υπερφαγία ενώ αναφερθήκαν παρόμοιοι ή υψηλότεροι ρυθμοί υπερφαγίας σε μαύρες γυναίκες από ότι σε λευκές γυναίκες. Οι παράγοντες που πιθανότατα ευθύνονται για την εκδήλωση και τη διαιώνιση της επεισοδιακής υπερφαγίας δε φαίνεται να διαφέρουν από αυτούς που ευθύνονται για το σύνολο των διατροφικών διαταραχών. Παρόλα αυτά η αιτιολογία της επεισοδιακής υπερφαγίας παραμένει ακόμα άγνωστη αν και το σύνδρομο φαίνεται να προκύπτει από ένα συνδυασμό ψυχολογικών, βιολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Το κυριότερο σύμπτωμα αυτής της διαταραχής είναι το αίσθημα της απώλειας του ελέγχου. Τα πιο κοινά συμπτώματα που παρουσιάζουν τα άτομα με επεισοδιακή υπερφαγία είναι οι ψυχικές διαταραχές –όπως κατάθλιψη και οι αγχώδεις διαταραχές. Στις περισσότερες έρευνες παρατηρήθηκαν αυξημένα επίπεδα ψυχιατρικών συμπτωμάτων σε παχύσαρκους ανθρώπους με υπερφαγία καθώς φαίνεται να υπάρχει μια θετική σχέση ανάμεσα στην υπερφαγία και στη κατάθλιψη εφόσον η κατάθλιψη μπορεί να καθιστά τα άτομα πιο ευαίσθητα στην ανάπτυξη της υπερφαγίας. Συχνά, η επεισοδιακή υπερφαγία οδηγεί στους ίδιους περίπου κινδύνους υγείας που σχετίζονται με την κλινική παχυσαρκία γιατί τα άτομα με επεισοδιακή υπερφαγία εμφανίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο να πάρουν επιπλέον βάρος λόγω της πρόσληψης τροφών αυξημένα σε λίπος και χαμηλά σε πρωτεΐνες θέτοντας έτσι τα άτομα σε κίνδυνο για πολλά προβλήματα υγείας όπως διαβήτη τύπου 2, υψηλή αρτηριακή πίεση, υψηλή χοληστερίνη, καρδιόπαθειες κ.α. Όσον αφορά την αντιμετώπιση και των δυο συνδρόμων υπήρξε έντονη διαμάχη ανάμεσα στους ψυχολόγους και στους διατροφολόγους για τη θεραπεία τους. Πολλοί πίστευαν ότι θα πρέπει να θεραπευτούν πρώτα οι ψυχολογικές αιτίες αυτών των διαταραχών πριν γίνει κάποια προσπάθεια για τη θεραπεία της παχυσαρκίας. Η πιο καλή προσέγγιση στη θεραπεία τους είναι να συνδυαστεί η ψυχολογική υποστήριξη με τον έλεγχο του σωματικού βάρους. Οι ερευνητές έχουν μελετήσει τέσσερις τύπους θεραπείας που είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι για τη θεραπεία της επεισοδιακής υπερφαγίας: τη ψυχοθεραπεία, τη φαρμακοθεραπεία, τα προγράμματα μείωσης βάρους και τα βιβλία αυτόβοήθειας. Όμως σε σύγκριση με το πλήθος των θεραπειών που υπάρχουν για το σύνδρομο επεισοδιακής υπερφαγίας, υπάρχει μεγάλη έλλειψη στη θεραπεία του συνδρόμου νυχτερινής υπερφαγίας. Τα άτομα που υποφέρουν από νυχτερινή υπερφαγία συνήθως αναφέρουν μακρόχρονες αποτυχημένες προσπάθειες στην εύρεση μιας αποτελεσματικής θεραπείας. Η φαρμακοθεραπεία και σε αυτό το σύνδρομο παίζει σημαντικό ρόλο αν και χρειάζεται περισσότερη έρευνα γιατί πχ. τα ηρεμιστικά πρέπει να αποφεύγονται καθώς σχετίζονται με ανήσυχη νυχτερινή υπερφαγία. Μη φαρμακολογικές θεραπείες όπως φωτοθεραπεία ή ασκήσεις χαλάρωσης έχουν αναφερθεί λιγοστά στη βιβλιογραφία και αποτελούν υποσχόμενες μελλοντικές τεχνικές.

Βιβλιοθήκη & Κέντρο Πληροφόρησης ΕΛΜΕΠΑ, Τηλ: (+30) 2810 379330, irepository@hmu.gr

  • Οδηγίες Χρήσης
  • Όροι χρήσης
  • Πολιτική cookies
  • ΕΛΜΕΠΑ

Copyright © 2026, Τμήμα Υποστήριξης Εκπαιδευτικών Διαδικασιών, ΕΛΜΕΠΑ | Βασισμένο στο Dspace