Παρουσίαση του υποδείγματος αποτίμησης κεφαλαιουχικών περιουσιακών στοιχείων και εμπειρική διερεύνηση στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών.

Φόρτωση...
Μικρογραφία εικόνας
Ημερομηνία
2012-08-17T13:42:49Z
Τίτλος Εφημερίδας
Περιοδικό ISSN
Τίτλος τόμου
Εκδότης
Τ.Ε.Ι. Κρήτης, Σχολή Διοίκησης και Οικονομίας (Σ.Δ.Ο), Τμήμα Χρηματοοικονομικής και Ασφαλιστικής (Άγιος Νικόλαος)
Τ.Ε.Ι. Κρήτης, Σχολή Διοίκησης και Οικονομίας (Σ.Δ.Ο), Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής
T.E.I. of Crete, School of Management and Economics (SDO), Department of Finance and Insurance (Agios Nikolaos)
T.E.I. of Crete, School of Management and Economics (SDO), Department of Accounting and Finance
Επιβλέπων
Περίληψη
Η εμφάνιση της θεωρίας του CAPM την δεκαετία του 1960, από τους William Sharpe, John Lintner J. Mossin, βοήθησε στην κάλυψη του κενό που υπήρχε έως τότε στην οικονομική επιστήμη σχετικά με την τιμολόγηση των περιουσιακών στοιχείων. Το CAPM στοχεύει στην περιγραφή της σχέσης ανάμεσα στην αναμενόμενη απόδοση και τον κίνδυνο των χρεογράφων. Μια σημαντική υπόθεση για την στήριξη του μοντέλου CAPM είναι και η Υπόθεση των Αποτελεσματικών Αγορών. Η ύπαρξη των αποτελεσματικών αγορών δημιουργεί ένα ευνοϊκό κλίμα για τους επενδυτές καθώς οι τιμές των αξιογράφων αφομοιώνουν με ταχύτητα και ακρίβεια την εμφάνιση κάθε νέας πληροφορίας έτσι οι επενδυτές είναι σε θέση να κρίνουν ποιες μετοχές αξίζουν της προσοχής τους. Όμως όπως σε όλους τους κανόνες υπάρχουν εξαιρέσεις έτσι και στην περίπτωση του CAPM δεν υπήρχε περίπτωση να μην υπάρχουν διαφορετικές γνώμες (αμφισβητήσεις του μοντέλου, εμπειρικές εξαιρέσεις). Τα αποτελέσματα αρκετών εμπειρικών μελετών έδειξαν να είναι ασυνεπής με τις μέχρι τότε (1980) υφιστάμενες θεωρίες της τιμολόγησης περιουσιακών στοιχείων. Οι εμπειρικές αυτές εξαιρέσεις είναι γνωστές ως ανωμαλίες της αγοράς. Οι ανωμαλίες προήλθαν από την ικανότητα διαφόρων χαρακτηριστικών μεταβλητών των επιχειρήσεων να προσδιορίζουν την αναμενόμενη απόδοση των αξιογράφων. Το γεγονός αυτό έρχεται σε άμεση αντίθεση με το CAPM, το οποίο διατείνεται ότι μόνο ο βαθμός κινδύνου, β του αξιογράφου είναι σε θέση να προσδιορίζει την αναμενόμενη απόδοση του αξιογράφου. Σκοπός της πτυχιακής αυτής είναι να εξετάσει εμπειρικά αν αναμενόμενη απόδοση του αξιογράφου εξαρτάται μόνο από το συστηματικό κίνδυνο β, όπως ορίζει το CAPM ή αν αυτή επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες. Τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν προέρχονται από το Χρηματιστήριο Αθηνών και αφορούν την περίοδο Ιανουάριος 2004 έως Φεβρουάριος 2008. Τα εμπειρικά αποτελέσματα που προέκυψαν δείχνουν ότι ο συντελεστής βήτα της αγοράς (market beta) δεν παρουσιάζει ερμηνευτική ικανότητα αναφορικά με τις αποδόσεις των μετοχών με συνέπεια το Υπόδειγμα Αποτίμησης Κεφαλαιουχικών Περιουσιακών Στοιχείων (CAPM) να απορρίπτεται.
Περιγραφή
Λέξεις-κλειδιά
Παραπομπή