Πλοήγηση ανά Συγγραφέας "Iatraki, Elisavet"
Τώρα δείχνει 1 - 4 of 4
Αποτελέσματα ανά σελίδα
Επιλογές ταξινόμησης
Τεκμήριο Επιβάρυνση περιθαλπόντων ατόμων με σκλήρυνση κατά πλάκας στην πόλη του Ηρακλείου.(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Κοινωνικής Εργασίας, 2024-08-27) Παπαϊωάννου, Θωμαή; Πηδηκτάκη, Πελαγία; Papaioannou, Thomai; Pidiktaki, Pelagia; Ιατράκη, Ελισάβετ; Iatraki, ElisavetΗ Σκλήρυνση κατά Πλάκας (ΣκΠ) είναι μια χρόνια νευρολογική νόσος η οποία εμφανίζεται συνήθως σε νεαρά ενήλικα άτομα που βρίσκονται στην παραγωγική τους ηλικία. Παρουσιάζεται με μεγαλύτερη συχνότητα σε ευρωπαϊκές χώρες και είναι από τις πιο συνήθεις νευρολογικές παθήσεις. Τα άτομα της οικογένειας καλούνται να φροντίσουν το άτομο που νοσεί και έρχονται αντιμέτωποι με αυτή την δύσκολη διαδικασία, διαδραματίζοντας ζωτικό ρόλο σε όλη την πορεία της υγείας του ασθενούς. Οι ασθενείς με ΣκΠ εξαρτώνται περισσότερο από τη φροντίδα των άλλων, η οποία είναι μια σωματικά, συναισθηματικά και οικονομικά απαιτητική εργασία, που προκαλεί υψηλή επιβάρυνση στους φροντιστές τους. Η παρούσα εργασία έχει ως σκοπό την διερεύνηση της επιβάρυνσης των φροντιστών ασθενών με σκλήρυνση κατά πλάκας στην πόλη του Ηρακλείου. Η μελέτη ήταν ποσοτική με βασικό εργαλείο της τα ερωτηματολόγια. Ο πληθυσμός μελέτης αποτελείται από ένα δείγμα 30 φροντιστών όπου αντλήθηκαν από το Σωματείο της Ελληνικής Εταιρείας για την Σκλήρυνση κατά Πλάκας στο Ηράκλειο, αλλά και από ιδιωτικά ιατρεία της πόλης. Οι συμμετέχοντες στην έρευνα ήταν πλήρως ενημερωμένοι για την ανωνυμία της έρευνας και την χρήση δεδομένων αποκλειστικά για ακαδημαϊκό σκοπό. Χρησιμοποιήθηκε η κλίμακα «Burden Interview» (Zarit et al, 1980) για την εκτίμηση της επιβάρυνσης του φροντιστή. Η πλειονότητα των φροντιστών ήταν έγγαμες γυναίκες, 51-61 έτη με μέτρια οικονομική κατάσταση. Οι περισσότερες είχαν αναλάβει την φροντίδα των συζύγων τους που νοσούν με Σκλήρυνση κατά Πλάκας, οι οποίοι κατά πλειοψηφία είναι περιπατητικοί. Οι συμμετέχοντες απέκτησαν γνώση για την ασθένεια μετά από δική τους αναζήτηση και δεν είχαν δεχτεί κάποια εκπαίδευση για τον χειρισμό των συμπτωμάτων της ασθένειας και την ποιοτικότερη φροντίδα των ασθενών με Πολλαπλή Σκλήρυνση. Η συντριπτική πλειοψηφία των συμμετεχόντων αισθάνονταν πως δεν είναι αρκετή η φροντίδα που παρέχουν και παρουσιάζουν μέτρια επιβάρυνση. Η παρούσα μελέτη επιβεβαιώνει την ανάγκη ενδυνάμωσης των φροντιστών ασθενών με Σκλήρυνση κατά Πλάκας ώστε να ελαχιστοποιηθεί η επιβάρυνση που βιώνουν με διάφορες στρατηγικές κοινωνικής πολιτικής. Θα ήταν πολύ αποτελεσματική η δημιουργία ομάδων ψυχοκοινωνικής στήριξης για τους φροντιστές αλλά και δομές ημερήσιας φροντίδας των ασθενών 6 που θα αποφορτίσουν τους περιθάλποντες τους, δημιουργώντας τους χώρο και χρόνο ώστε να ελαχιστοποιηθεί το βάρος που επιφέρει η φροντίδα.Τεκμήριο Η εκτίμηση της ποιότητας ζωής οικογενειών παιδιών και εφήβων που πάσχουν από διαταραχές αυτιστικού φάσματος και ο ρόλος της εκπαίδευσης των γονέων(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Κοινωνικής Εργασίας, 2026-05-29) Καπαρέλης, Πέτρος-Μάριος; Ιωαννίδου, Άννα; Kaparelis, Petros-Marios; Ioannidou, Anna; Ιατράκη, Ελισάβετ; Iatraki, ElisavetΟ ορισμός του αυτισμού χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1911 από τον ψυχίατρο Eugen Bleuler με σκοπό την περιγραφή των κοινωνικών και επικοινωνιακών δυσκολιών των ατόμων που πάσχουν από αυτισμό. Έκτοτε αποτελεί ένα πεδίο για το οποίο γίνεται σημαντική προσπάθεια για την απόκτηση περαιτέρω γνώσεων είτε από εκπαιδευτικούς γενικής αγωγής είτε από εκπαιδευτικούς ειδικής αγωγής. Ωστόσο, από την διάγνωση έως την ενσωμάτωση και την ένταξη των ατόμων στο φάσμα του αυτισμού μεσολαβεί μια δύσκολη διαδικασία, ειδικά στην χώρα μας. Η εκπαίδευση των ατόμων στο φάσμα του αυτισμού αλλά και των οικογενειών τους είναι μια σημαντική συνθήκη η οποία είναι απαραίτητη για την υγιή ανάπτυξη του παιδιού αλλά και την ψυχική ευημερία των γονιών και της οικογένειας σαν σύνολο. Είναι σημαντικό η κοινωνία να αντιληφθεί την σημαντικότητα της εκπαίδευσης των γονέων στην συνολική υγεία του παιδιού στο φάσμα του αυτισμού. Μία κοινωνία προσαρμοσμένη στον αυτισμό είναι απαραίτητο να διασφαλίσει το μέλλον των ατόμων στο φάσμα του αυτισμού. Η πτυχιακή μας εργασία με τίτλο: «Η εκτίμηση της ποιότητας ζωής οικογενειών παιδιών και εφήβων που πάσχουν από διαταραχές αυτιστικού φάσματος και ο ρόλος της εκπαίδευσης των γονέων», έχει στόχο την διερεύνηση της ποιότητας ζωής των οικογενειών παιδιών και εφήβων που πάσχουν από διαταραχές αυτιστικού φάσματος και του ρόλου/αντίκτυπου της εκπαίδευσης των γονέων για την βελτίωση της ποιότητας ζωής τόσο των παιδιών/εφήβων αλλά και των οικογενειών. Επιπλέον στόχοι είναι η κατανόηση της ανάγκης για δημιουργία περαιτέρω εκπαιδευτικών προγραμμάτων προς τους γονείς και η αναγνώριση της σημαντικότητάς τους. Η εργασία χωρίζεται σε 2 μέρη, το θεωρητικό και το ερευνητικό. Το πρώτο μέρος χωρίζεται σε 2 κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται στο θεωρητικό υπόβαθρο, στην φύση και τους ορισμούς του αυτισμού και τα χαρακτηριστικά των ατόμων στο φάσμα του αυτισμού. Στο δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζεται η ποιότητα ζωής των οικογενειών στο φάσμα του αυτισμού και η σημαντικότητα της εκπαίδευσης των γονέων στην σωστή και υγιή ανάπτυξη του παιδιού. Το δεύτερο μέρος της εργασίας είναι το ερευνητικό, όπου παρουσιάζονται οι απόψεις των γονέων που έχουν παιδιά που ανήκουν στο φάσμα του αυτισμού σχετικά με την ποιότητα ζωής τους και την σημαντικότητα της εκπαίδευσης και της σωστής ενημέρωσης για τον αυτισμό. Πραγματοποιήθηκαν συνολικά οκτώ (8) συνεντεύξεις με μητέρες στο φάσμα του αυτισμού. Για την ανάλυση των αποτελεσμάτων χρησιμοποιήσαμε την μέθοδο της θεματικής ανάλυσης. Τα ευρήματα έδειξαν πως το κύριο πρόβλημα των οικογενειών που βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού είναι η αδιαφορία του κράτους και η έλλειψη κρατικών δομών. Οι οικογένειες βιώνουν ένα αίσθημα εγκατάλειψης, καθώς αναγκάζονται να υποκαταστήσουν τις κρατικές ελλείψεις με ιδιωτικούς πόρους, οδηγούμενοι σε οικονομική εξάντληση. Αναφέρθηκε επίσης η αβεβαιότητα για το μέλλον από όλες τις μητέρες, επιβεβαιώνοντας για ακόμα μια φορά την απουσία των κρατικών παροχών και την έλλειψη δομών.Τεκμήριο Η εκτίμηση της ποιότητας ζωής οικογενειών παιδιών και εφήβων που πάσχουν από κατάθλιψη και ο ρόλος της εκπαίδευσης των γονέων(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Κοινωνικής Εργασίας, 2025-07-23) Κοροβέση, Νίνα; Mπρανκολάρι, Ερινγκένα; Korovesi, Nina; Brankolari, Eringkena; Ιατράκη, Ελισάβετ; Iatraki, ElisavetΗ παρούσα εργασία επικεντρώθηκε στην εκτίμηση της ποιότητας ζωής οικογενειών με παιδιά και εφήβους που πάσχουν από κατάθλιψη στην Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου, καθώς και στο ρόλο της εκπαίδευσης των γονέων στην αναγνώριση και διαχείριση της κατάθλιψης και τη βελτίωση της οικογενειακής ποιότητας ζωής. Οι στόχοι περιλάμβαναν την ανάλυση των γνώσεων των γονέων, την πρόληψη της κατάθλιψης μέσω εκπαίδευσης και την κατανόηση του τρόπου ζωής των γονέων ως φροντιστές. Η μεθοδολογία της έρευνας βασίστηκε στην ποιοτική προσέγγιση, επιτρέποντας βαθύτερη κατανόηση των εμπειριών, συμπεριφορών και προκλήσεων. Η συλλογή δεδομένων έγινε με ημιδομημένες συνεντεύξεις εις βάθος. Το δείγμα περιελάμβανε έξι μητέρες από την περιοχή του Ηρακλείου, επιλεγμένες με δειγματοληψία ευκολίας, με τη συνεργασία φορέων ψυχικής υγείας. Η έρευνα τήρησε τους κανόνες απορρήτου και προστασίας προσωπικών δεδομένων. Τα ευρήματα έδειξαν ότι η εκπαίδευση των γονέων, ιδίως των μητέρων, συμβάλλει θετικά σε τομείς όπως οι οικογενειακές σχέσεις, η διαχείριση συναισθηματικών προβλημάτων, οι κρίσεις, και η κοινωνική υποστήριξη. Οι μητέρες επωφελήθηκαν από εκπαίδευση ειδικών, προσωπική έρευνα και ανταλλαγή εμπειριών. Οι σχέσεις με το οικογενειακό περιβάλλον, ιδιαίτερα τις γιαγιάδες, ήταν υποστηρικτικές, ενώ οι σχέσεις με τους πατέρες συχνά παρουσίαζαν δυσκολίες. Επιπλέον, επισημάνθηκε η σημασία της καθημερινής ρουτίνας, της σχολικής προετοιμασίας και του ποιοτικού χρόνου ως παράγοντες που ενισχύουν την ποιότητα ζωής των παιδιών. Οι τραυματικές εμπειρίες, όπως διαζύγια ή κακοποίηση, συχνά αποτελούσαν αιτίες κατάθλιψης, ενώ οι γονείς εφάρμοζαν υπερπροστατευτικές στρατηγικές. Τέλος, καταγράφηκαν οι αρνητικές επιπτώσεις των οικονομικών δυσκολιών στη ζωή των οικογενειών. Οι προτάσεις περιλαμβάνουν την ενίσχυση της κρατικής υποστήριξης, την προώθηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων και τη βελτίωση δομών υγείας. Συνολικά, η έρευνα υπογραμμίζει τη σημασία της εκπαίδευσης, της υποστήριξης και της θεσμικής παρέμβασης για την ευημερία οικογενειών και παιδιών.Τεκμήριο Η ψυχοσυναισθηματική επιβάρυνση και η ποιότητα ζωής των φροντιστών ασθενών που πάσχουν από καρκίνο.(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Κοινωνικής Εργασίας, 2024-08-27) Ακτύπη, Βερονίκη; Γιδίτση, Παναγιώτα; Επιφάνη, Μαρία; Aktypi, Veroniki; Giditsi, Panagiota; Epifani, Maria; Ιατράκη, Ελισάβετ; Iatraki, ElisavetΟ καρκίνος αποτελεί μια ταχέως αναπτυσσόμενη παγκόσμια πρόκληση για την υγεία, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση ως η πιο κοινή ασθένεια και την τρίτη ως κύρια αιτία θανάτου μετά τα καρδιαγγειακά νοσήματα και τα ατυχήματα. Η φροντίδα για τον καρκίνο περιγράφεται ως απαιτητική, που χαρακτηρίζεται από έντονα και επεισοδιακά επεισόδια που επηρεάζουν βαθιά την ευημερία και την ποιότητα ζωής του φροντιστή. H έρευνα επικεντρώνεται στο πώς η παροχή φροντίδας σε ογκολογικούς ασθενείς μπορεί να επηρεάσει την ψυχοσυναισθηματική ευεξία και τη συνολική ποιότητα ζωής των φροντιστών. Συγκεκριμένα, η μελέτη διερευνά μέσω της κλίμακας Burden Interview και FAMCARE-2 το πώς οι φροντιστές αντιμετωπίζουν βάρη που σχετίζονται με τη φροντίδα των ασθενών, την ποιότητα ζωής τους και το επίπεδο υποστήριξης που λαμβάνουν από το κράτος, αλλά και το ποιοι παράγοντες επιδρούν στον βαθμό επιβάρυνσης που βιώνουν και στις προοπτικές τους σχετικά με τη βοήθεια που λαμβάνουν από το κράτος. Συλλέχτηκαν πρωτογενή δεδομένα από 60 ερωτηθέντες, με τα εξής χαρακτηριστικά: Οι περισσότεροι είναι γυναίκες μέσης ηλικίας 31 έως 40 ετών, ελληνικής ιθαγένειας και κάτοικοι αστικής περιοχής. Οι πλειοψηφία τους είναι έγγαμοι, απόφοιτοι Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με σταθερή εργασία, και οικογενειακό εισόδημα από 800€ έως 1500€. Τέλος, αναφέρεται πως και στο παρελθόν υπήρξαν φροντιστές καρκινοπαθών με 1 έως 3 έτη εμπειρίας. Τα αποτελέσματα της έρευνας υπογραμμίζουν ότι οι φροντιστές εκφράζουν αβεβαιότητα και άγχος σχετικά με τις μελλοντικές προοπτικές και την επικείμενη απώλεια για τους συγγενείς τους. Η παροχή περίθαλψης σε ογκολογικούς ασθενείς, ιδιαίτερα στον ψυχολογικό τομέα, σχετίζεται με μείωση της ποιότητας ζωής των φροντιστών. Παρά το γεγονός ότι η πλειονότητα των φροντιστών δεν αναζητά ενεργά υποστήριξη και βοήθεια, οι ανάγκες τους από την άποψη αυτή έχουν ικανοποιηθεί. Επιπλέον, η μελέτη αποκάλυψε ότι οι φροντιστές είναι ικανοποιημένοι με τις πληροφορίες που παρέχονται σχετικά με τις εξετάσεις του ασθενούς. Τέλος, παρατηρήθηκε ότι η αύξηση της ηλικίας των φροντιστών συσχετίζεται με την αυξημένη κατανόηση των συναισθημάτων τους προς τους συγγενείς τους, καθώς και με την αίσθηση εξάρτησης, παρόλο που μπορεί να αισθάνονται ανίκανοι να παρέχουν μακροχρόνια φροντίδα στους συγγενείς τους.