Πλοήγηση ανά Συγγραφέας "Markaki, Anastasia"
Τώρα δείχνει 1 - 4 of 4
Αποτελέσματα ανά σελίδα
Επιλογές ταξινόμησης
Τεκμήριο Δίαιτα ελεύθερη γλουτένης (GFD): ανάπτυξη καταλόγου τροφίμων ελεύθερων γλουτένης στην ελληνική αγορά και διατροφική σύγκριση με τα προϊόντα που περιέχουν γλουτένη: μια συγχρονική μελέτη επισκόπησης(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), ΔΠΜΣ Διεπιστημονική Διαχείριση των Χρόνιων Νοσημάτων, της Αναπηρίας και της Γήρανσης, 2025-10-29) Ντουράκη, Ελένη - Νεκταρία; Ntouraki, Eleni - Nektaria; Μαρκάκη, Αναστασία; Markaki, AnastasiaΗ κοιλιοκάκη (Celiac Disease – CD) αποτελεί μια χρόνια αυτοάνοση εντεροπάθεια, η οποία ενεργοποιείται από την κατανάλωση γλουτένης σε γενετικά προδιατεθειμένα άτομα. Η παρουσία της γλουτένης προκαλεί καταστροφή των λαχνών του λεπτού εντέρου, οδηγώντας σε δυσαπορρόφηση θρεπτικών συστατικών (Caio et al., 2019; Murray et al., 2018). Η μόνη διαθέσιμη θεραπευτική προσέγγιση είναι η αυστηρή και δια βίου δίαιτα ελεύθερη γλουτένης (Gluten-Free Diet – GFD), η οποία ωστόσο συνδέεται με αυξημένες δυσκολίες συμμόρφωσης, λόγω περιορισμένης διαθεσιμότητας προϊόντων, υψηλότερου κόστους και συχνά υποβαθμισμένου διατροφικού προφίλ (Vázquez-Polo et al., 2023; Spyridaki et al., 2022). Η βιβλιογραφία καταδεικνύει ότι τα προϊόντα χωρίς γλουτένη (GF) εμφανίζουν χαμηλότερη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες και φυτικές ίνες, ενώ παρουσιάζουν αυξημένα επίπεδα κορεσμένων λιπαρών και σακχάρων σε σύγκριση με τα αντίστοιχα προϊόντα που περιέχουν γλουτένη (Melini & Melini, 2019; Cardo et al., 2021). Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν α. η δημιουργία καταλόγου τροφίμων άνευ γλουτένης στην ελληνική αγορά, με επιλογή προϊόντων από όλες τις βασικές κατηγορίες κατανάλωσης και β. η αξιολόγηση του διατροφικού περιεχομένου τους, έναντι του διατροφικού περιεχομένου των αντίστοιχων προϊόντων που περιέχουν γλουτένη. Απώτερος σκοπός είναι ο εντοπισμός πιθανών διατροφικών ελλείψεων ή διαταραγμένης θρεπτικής σύστασης των GF τροφίμων, έναντι των αντίστοιχων τους με γλουτένη, για την καλύτερη και πληρέστερη ενημέρωση των ασθενών, των φροντιστών τους και των σχετιζόμενων επαγγελματιών υγείας. Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν συνολικά 230 τρόφιμα, εκ των οποίων τα 115 ήταν προϊόντα χαρακτηρισμένα ως «ελεύθερα γλουτένης» (gluten-free, GF), ενώ τα υπόλοιπα 115 αποτελούσαν τα αντίστοιχα συμβατικά ισοδύναμά τους που περιείχαν γλουτένη. Το δείγμα επιλέχθηκε βάσει προκαθορισμένων κριτηρίων με στόχο την εξασφάλιση της συγκρισιμότητας και της αντιπροσωπευτικότητας των επιλεγμένων τροφίμων. Προτεραιότητα δόθηκε σε κατηγορίες τροφίμων στις οποίες η παρουσία γλουτένης είναι ενδογενής (βασικό στοιχείο της συντακτικής ή πρώτης ύλης του προϊόντος). Επιπλέον, συμπεριλήφθηκαν και τρόφιμα στα οποία η γλουτένη δεν είναι απαραίτητο συστατικό, αλλά συχνά προστίθεται στο πλαίσιο της βιομηχανικής επεξεργασίας για τεχνολογικούς λόγους (π.χ. βελτίωση υφής, διάρκεια ζωής, γευστική ενίσχυση). Τα δεδομένα συλλέχθηκαν από τις διατροφικές ετικέτες των προϊόντων, με αναγωγή στη θρεπτική σύσταση ανά 100 γραμμάρια τροφίμου. Η επεξεργασία πραγματοποιήθηκε με χρήση του Microsoft Excel 2019, ενώ η στατιστική ανάλυση έγινε με τα λογισμικά IBM SPSS Statistics v25 και MINITAB 19. Επιπλέον, συντάχθηκαν πρότυπα διαιτολόγια για όλες τις ηλικιακές ομάδες, με τη χρήση του λογισμικού Athlisis Pro (λογισμικό διατροφικής ανάλυσης, έκδοση 9.8, Nutrilogic, Ιούλιος 2025), με στόχο τη διαμόρφωση ρεαλιστικών, ασφαλών και διατροφικά ισορροπημένων επιλογών για άτομα που ακολουθούν GFD. Στα αμυλούχα προϊόντα, η μέση περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη στα προϊόντα χωρίς γλουτένη ήταν 7,77 ± 4,04 g, σημαντικά χαμηλότερη από τα αντίστοιχα με γλουτένη 12,44 ± 1,66 g , (p<0,001). Στα αρτοσκευάσματα, τα προϊόντα χωρίς γλουτένη περιείχαν κατά μέσο όρο 4,52 ± 3,06 g πρωτεΐνης, έναντι 9,65 ± 2,58 g των προϊόντων με γλουτένη (p<0,001) , ενώ καταγράφηκε και σημαντικά χαμηλότερη περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες χωρίς γλουτένη 3,11 ± 3,09 g, έναντι των προϊόντων με γλουτένη 3,54 ± 2,16 g (p<0,001). Επιπλέον, στα γλυκά τα προϊόντα χωρίς γλουτένη είχαν μέση περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη 5,37 ± 1,74 g, ενώ τα αντίστοιχα με γλουτένη 6,40 ± 1,43 g (p=0,045), και ειδικότερα στην υποομάδα «Σοκολάτα/Γκοφρέτα», όπου η πρωτεΐνη ήταν 3,30 ± 0,64 g στα προϊόντα χωρίς γλουτένη έναντι 4,65 ± 0,21 g στα αντίστοιχα με γλουτένη (p=0,021). Στην ομάδα «Αρτοσκευάσματα», στην υποομάδα «Ψωμί», τα προϊόντα χωρίς γλουτένη εμφάνισαν σημαντικά χαμηλότερη μέση περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη 5,92 ± 3,04 g και φυτικές ίνες 3,63 ± 3,48 g συγκριτικά με τα προϊόντα με γλουτένη 8,93 ± 1,58 g και 4,09 ± 2,31 g αντίστοιχα (p=0,003 και p=0,036 αντίστοιχα). Στην υποομάδα «Πίτσες», τα προϊόντα χωρίς γλουτένη είχαν σημαντικά χαμηλότερη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη 5,14 ± 3,00 g έναντι 8,54 ± 2,09 g (p=0,004), καθώς και χαμηλότερη περιεκτικότητα σε νάτριο 484,00 ± 100,40 mg έναντι 571,20 ± 130,27 mg, (p=0,036), ενώ παρουσίασαν υψηλότερη περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες 4,82 ± 1,19 g έναντι 1,86 ± 0,25 g, (p=0,005). Τέλος, στην υποομάδα «Άλλα», τα προϊόντα χωρίς γλουτένη είχαν χαμηλότερη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη 5,22 ± 2,28 g έναντι 8,27 ± 2,27 g, (p=0,009) και υψηλότερη σε φυτικές ίνες 4,46 ± 2,86 g έναντι 2,48 ± 1,43 g, (p=0,029). Η ανάλυση ενδεικτικών 7ήμερων διαιτολογίων για όλα τα στάδια ζωής ανέδειξε την ανάγκη κατάλληλου σχεδιασμού για τη θρεπτική επάρκεια, με ιδιαίτερη έμφαση στη συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D και σιδήρου σε βρέφη και μικρά παιδιά, καθώς και στον πληθυσμό με κοιλιοκάκη, λόγω αυξημένων κινδύνων ανεπάρκειας. Συμπερασματικά, η δημιουργία μιας επίσημης εθνικής βάσης δεδομένων για προϊόντα χωρίς γλουτένη, η οποία θα λειτουργεί ως πυλώνας διατροφικής ασφάλειας και υποστήριξης για ασθενείς με κοιλιοκάκη κρίνεται μείζονος. Η βάση αυτή μπορεί να αξιοποιηθεί, τόσο για την αναμόρφωση υπαρχόντων προϊόντων, όσο και για την ανάπτυξη νέων με βελτιωμένο διατροφικό προφίλ από τη βιομηχανία τροφίμων GF. Με σκοπό τη διευκόλυνση των χρηστών της βάσης και την ενίσχυση της διατροφικής εκπαίδευσης.Τεκμήριο Μεσογειακή διατροφή και διαβήτης κύησης. Ο ρόλος της προσκόλλησης στη μεσογειακή δίαιτα στη ρύθμιση και έκβαση του διαβήτη κύησης.(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2024-09-24) Καμάρη, Χρυσούλα; Ροσβάνη, Χρυσούλα; Kamari, Chrysoula; Rosvani, Chrysoula; Μαρκάκη, Αναστασία; Γκιουμέ, Αργυρώ; Markaki, Anastasia; Gkioume, ArgyroΣκοπός: Η ελλιπής ύπαρξη ερευνών στην Ελλάδα σχετικά με την επίδραση της διατροφής βάση μεσογειακού προτύπου στην γλυκαιμία των γυναικών με Διαβήτη Κύησης (ΔΚ) και η επίδρασή της μεσογειακής διατροφής στο ποσοστό εμφάνισης αρνητικών εκβάσεων του ΔΚ αποτέλεσαν έναυσμα για να πραγματοποιηθεί η συγκεκριμένη μελέτη. Σκοπός της μελέτης αυτής είναι να αξιολογηθεί ο ρόλος της προσκόλλησης στη μεσογειακή διατροφή στη γλυκαιμική ρύθμιση και στην έκβαση της κύησης, και συγκεκριμένα στην εμφάνιση μακροσωμίας, σε Ελληνίδες έγκυες γυναίκες με διαβήτη κύησης στο 2ο και 3ο τρίμηνο κύησης. Μέθοδοι: Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο του Ηρακλείου Κρήτης, σε 39 εγκυμονούσες, με Διαβήτη Κύησης (ν=19) & Αναφοράς (ν=20). Για την συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε ειδικά διαμορφωμένο ερωτηματολόγιο, το οποίο συμπεριλάμβανε πληροφορίες σχετικά με την ποιότητα ζωής, τις διατροφικές συνήθειες και το ιατρικό ιστορικό των γυναικών και των δύο ομάδων. Επιπλέον κατά την πρώτη περιγεννετική επίσκεψη, δόθηκαν λεκτικές διαιτητικές οδηγίες με στόχο την αύξηση στην προσήλωση της ΜΔ. Η συμμόρφωση στην ΜΔ αξιολογήθηκε μέσω του Σκορ Μεσογειακής Διατροφής (MedDiet Score), ενώ η ύπαρξη εμβρυϊκής μακροσωμίας αξιολογήθηκε βάσει του βάρους γέννησης του νεογνού (> 4.000g ή 4.500g). Αποτελέσματα: Τόσο η Ομάδα Αναφοράς όσο και η Ομάδα Διαβήτη είχαν μέτρια προσήλωση στο MedDiet Score κατά το Β τρίμηνο (31,8 έναντι 30,1, p<0,05), η οποία μετά τις διαιτητικές παρεμβάσεις αυξήθηκε και στις δύο ομάδες (34,6 έναντι 33,9, p<0,05). Επιπλέον από το Β στο Γ τρίμηνο, παρατηρείται σημαντική αύξηση του υψηλού ποσοστού MedDiet Score των γυναικών με ΔΚ (από 10,5% σε 52,6% ή κατά 42,6 ποσοστιαίες μονάδες, p=0,021). Κατά το 3ο τρίμηνο κύησης, η Ομάδα ΔΚ είχε σημαντικά υψηλότερα μέσα επίπεδα γλυκόζης νηστείας σε σύγκριση με την Ομάδα Αναφοράς (92,3 έναντι 82,3 mg/dl, p<0,05), τα οποία συσχετίστηκαν με χαμηλότερη προσήλωση στη μεσογειακή διατροφή (rho=-0,555, p=0,014) και με αυξημένο τρέχον σωματικό βάρος (85,9 έναντι 76,0 κιλά, p<0,05) (rho=0,756, p<0,001). Ωστόσο και στις δύο ομάδες δεν παρατηρήθηκε μεγάλη διαφορά στο μέσο βάρος γέννησης νεογνού (2,99 έναντι 3,18 κιλά, p>0,05) ή στη συχνότητα μακροσωμίας, καθώς μόλις 2 νεογνά από την Ομάδα με Διαβήτη Κυήσεως ανέπτυξαν μακροσωμία (10,2%). Συμπεράσματα: Η αυξημένη προσήλωση στη μεσογειακή διατροφή (μέσω αύξησης κατανάλωσης φρούτων, λαχανικών και μη επεξεργασμένων δημητριακών) μπορεί να συμβάλλει στην καλύτερη ρύθμιση των επιπέδων γλυκόζης νηστείας της εγκύου με ΔΚ, ενώ το αυξημένο σωματικό βάρος τόσο πριν όσο και κατά την κύηση προωθεί την αύξηση των επιπέδων γλυκόζης νηστείας. Ωστόσο, δεν είναι ξεκάθαρο αν η επίπτωση εμβρυϊκής μακροσωμίας κατά την κύηση με διαβήτη μπορεί να περιοριστεί μέσω της αυξημένης προσκόλλησης στο μεσογειακό διατροφικό πρότυπο.Τεκμήριο Ο ρόλος της άσκησης στη διατροφική κατάσταση ασθενών με Χρόνια Νεφρική Νόσο(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-07-20) Χαλούλης, Άγγελος; Chaloulis, Angelos; Μαρκάκη, Αναστασία; Markaki, AnastasiaΗ Χρόνια Νεφρική Νόσος αποτελεί μία προοδευτική νόσο με υψηλή νοσηρότητα και θνησιμότητα που εμφανίζεται συχνά στο γενικό πληθυσμό, κυρίως σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη και υπέρταση. Τα νεφρά παίζουν σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της οξεοβασικής ισορροπίας, στη ρύθμιση των οξέων και των ηλεκτρολυτών και στην απέκρριση μεταβολικών παραπροϊόντων του αίματος μέσω των ούρων. Διάφοροι παράγοντες συμβάλλουν στην εκδήλωση νεφρικής νόσου όπως επίσης και στην επιδείνωσή της. ‘Ατομα με σακχαρώδη διαβήτη παρουσιάζουν αυξημένη λευκωματουρία η οποία συχνά οδηγεί σε νεφρική νόσο τελικού σταδίου. Η στεφανιαία νόσος, η καρδιακή ανεπάρκεια και οι αρρυθμίες κατέχουν υψηλά ποσοστά σε ασθενείς που βρίσκονται στα αρχικά στάδια της νόσου (G1-G3). Η διατροφική κατάσταση των ασθενών με Χρόνια Νεφρική Νόσο σχετίζεται με την εμφάνιση ανορεξίας, μυϊκής απώλειας, χαμηλή πρόσληψη ηλεκτρολυτών ενώ πολλές φορές επηρεάζεται και στην περίπτωση αυξημένου σωματικού βάρους με υψηλά επίπεδα λιπώδους μάζας και λιπιδίων στον ορό του αίματος. Η σπατάλη ενέργειας πρωτεΐνης (PEW) συνδέεται άμεσα με την διατροφική κατάσταση των ασθενών λόγω παρουσίας επίμονης φλεγμονής, σωματικής αδράνειας και ορμονικών διαταραχών. Η μυϊκή δυσλειτουργία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες επιπτώσεις της χρόνιας νεφρικής νόσου με μεγαλύτερη παρουσία σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση. Οι ασθενείς παρουσιάζουν μυϊκή ατροφία η οποία συνοδεύεται από μειωμένη δύναμη και αντοχή και ο συνδυασμός τους με άλλα συμπτώματα επηρεάζουν στο γενικό σύνολο και την ποιότητα ζωής τους. Η ένταξη της άσκησης στη ζωή των ασθενών με ΧΝΝ φαίνεται ότι μπορεί να βελτιώσει ορισμένα συμπτώματα και παραμέτρους που σχετίζονται με τη διατροφική κατάσταση. Στην παρούσα εργασία, πραγματοποιείται ανάλυση των θετικών επιδράσεων της άσκησης σε αερόβια μορφή αλλά και με τη χρήση αντιστάσεων. Με την εφαρμογή σωστά προγραμματισμένων ασκήσεων ανάλογα με τις απαιτήσεις του κάθε ασθενή μπορούν να επιτευχθούν αρκετά σημαντικές βελτιώσεις που σχετίζονται με την διατροφική κατάσταση. Αξιοσημείωτα αποτελέσματα, όπως η αύξηση της μυϊκής μάζας, η ρύθμιση των λιπιδίων στο αίμα, ο έλεγχος του σωματικού βάρους και τη μείωση της ουραιμίας, παρατηρούνται ύστερα από μηναία προγράμματα αντιστάσεων και αερόβιας γυμναστικής. Τέλος, η ένταξη της σωματικής δραστηριότητας στην καθημερινότητα των ασθενών, κατέχει ιδιαίτερο ρόλο στην βελτίωση της ψυχολογίας και του επιπέδου ποιότητας ζωής.Τεκμήριο Ποιότητα παρεχόμενης διατροφής στην τριτοβάθμια υγειονομική περίθαλψη και ο ρόλος της στην αντιμετώπιση της δυσθρεψίας(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-07-03) Λεμονίδου, Ευτυχία; Lemonidou, Eftychia; Μαρκάκη, Αναστασία; Markaki, AnastasiaΕισαγωγή Η πλειονότητα των νοσηλευομένων ασθενών εξαρτάται, από την παρεχόμενη από το νοσοκομείο τροφή για την κάλυψη των θρεπτικών τους απαιτήσεων. Ταυτόχρονα, η νοσοκομειακή δυσθρεψία αποτελεί ένα παγκόσμιο πρόβλημα, με τον υποσιτισμός να είναι ένα συνηθισμένο, κλινικό χαρακτηριστικό στην οξεία νοσοκομειακή περίθαλψη. Οι ασθενείς που εμφανίζουν δυσθρεψία κατά τη νοσηλεία, φαίνεται ότι καταναλώνουν, ανεπαρκείς ποσότητες τροφής σε συνάρτηση με την αύξηση των ενεργειακών απαιτήσεων λόγω της υποκείμενης νόσου. Η μειωμένη διατροφική πρόσληψη έχει αναγνωριστεί, ως ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για την επιδείνωση της κατάστασης του ασθενούς, επηρεάζοντας έτσι τόσο την πνευματική λειτουργία του ασθενούς (άγχος- κατάθλιψη) όσο και την σωματική του ευρωστία. Ένα άλλο πρόβλημα που προκύπτει είναι ότι αρκετές φορές ο υποσιτισμός δεν εντοπίζεται έγκαιρα, με αποτέλεσμα να υπάρχει αύξηση της νοσηρότητας και κατ’επέκταση της θνητότητας του ασθενούς. Λόγω τον παραπάνω φαίνεται χρήσιμη η αξιολόγηση του βαθμού ικανοποίησης των νοσηλευόμενων ασθενών από την παρεχόμενη διατροφική φροντίδα. Εκτός της ικανοποίησης, σημαντική είναι και η διαδικασία αναγνώρισης των παραγόντων που επιδρούν στην αποδοχή ενός γεύματος, με αποτέλεσμα την αύξηση της πρόσληψης τροφής. Σχεδιασμός μελέτης Πρόκειται για μία τυχαιοποιημένη, κλινική μελέτη. Το δείγμα της μελέτης θα αφορά, 30 ενήλικες νοσηλευόμενους ασθενείς από το Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου οι οποίοι θα βρίσκονται στα πλαίσια οξείας νόσου. Οι κλινικές που θα λάβει χώρα η έρευνα είναι κυρίως του παθολογικού τομέα, όπως η παθολογική, νεφρολογική, Ωτορυνολαρυγγολογική (ΩΡΛ) ουρολογική, οφθαλμολογική. Σκοπός Σκοπός της έρευνας είναι η αξιολόγηση της ποιότητας της παρεχόμενης φροντίδας της διατροφής στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου (ΠΑΓΝΗ), και η πιθανή συσχέτιση αυτής με την ψυχολογία των νοσηλευόμενων ασθενών, την ύπαρξη υποσιτισμού, τη διάρκεια νοσηλείας και την πρόσβαση σε τροφή εντός νοσοκομείου. Υλικά- Μέθοδοι Η παρεχόμενη από το νοσοκομείο διατροφή καθώς και η πρόσβαση σε τρόφιμα εντός νοσοκομείου θα αξιολογηθεί με τη βοήθεια του ερωτηματολογίου Meal assessment tool (MAT). Οι ανθρωπομετρικές μετρήσεις που θα πραγματοποιηθούν για την αξιολόγηση της θρέψης του ασθενούς, περιλαμβάνουν το ύψος, το σωματικό βάρος, την περίμετρο μέσης και τη δύναμη χειρολαβής. Τα όργανα που θα χρησιμοποιηθούν είναι αναλυτικός ζυγός, αναστημόμετρο, μεζούρα και χειροδυναμόμετρο. Η ανίχνευση της υποθρεψίας των ασθενών θα αξιολογηθεί με το ερωτηματολόγιο Malnutrition Universal Screening Tool (MUST ) και η όρεξη με το ερωτηματολόγιο Council Nutritional Appetite Questio CNAQ. Για την αξιολόγηση του άγχους και της κατάθλιψης που βιώνει ο ασθενείς, η αξιολόγηση θα γίνει με το ερωτηματολόγιο Hospital Anxiety and Depression Scale (HADS).Η στατιστική ανάλυση δεδομένων θα γίνει με τη χρήση του λογισμικού στατιστικό πρόγραμμα SPSS Αποτελέσματα Το δείγμα των ασθενών επιλέχθηκε να είναι υγιείς ενήλικες χωρίς χρόνιες παθήσεις. Το σύνολο του δείγματος αποτελείται από 30 ασθενείς εκ των οποίων οι 15 είναι άνδρες με μέση ηλικία 62,20±15,65 έτη και 15 γυναίκες με μέση ηλικία 61,93±19,02 έτη. Η πλειοψηφία των ασθενών είναι από την ουρολογική κλινική με ποσοστό 46,7 %. Η μέση τιμή του δείκτη μάζας σώματος των συμμετεχόντων είναι 27,69±5,61 kg /m2 και η μέση τιμή της περιφέρειας μέσης στους άνδρες είναι 105,27±12,23 cm και στις γυναίκες 92,00±18,26 cm.Το 70% του δείγματος πάσχει από κάποια χρόνια μεταβολική νόσο. Από τη μέτρηση με τη μέθοδο της χειροδυναμομέτρησης προκύπτει ότι μέση τιμή για τους άνδρες 26,80±6,30 Kg και τις γυναίκες 20,31±3,77 αντιστοίχως. Τα αποτελέσματα που προέκυψαν από το ερωτηματολόγιο CNAQ (Council On Nutrition Appetite Questionnaire) παρατηρείτε ότι το 23,3% εμφανίζει κίνδυνο απώλειας βάρους Στη συνέχεια από το ερωτηματολόγιο MUST (Malnutrition Universal Screening Tool) δεν προέκυψαν σημαντικά ευρήματα καθώς το 93,3% δεν διατρέχει ιδιαίτερο κίνδυνο υποθρεψίας. Η συνολική ικανοποίηση από την εστίαση με το ερωτηματολόγιο ΜΑΤ αξιολογήθηκε ως πολύ καλή με ποσοστό 40% των ασθενών. Από το ερωτηματολόγιο Experiences of food access για την αξιολόγηση της όρεξης προκύπτει ότι το 50% των ασθενών αναφέρει ότι το φαγητό δεν επαρκεί και ότι οι επισκέπτες τους φέρνουν φαγητό. Επιπρόσθετα το 30 % αναφέρει ότι πεινάει γιατί το διάστημα μεταξύ των γευμάτων είναι μεγάλο. Επιπρόσθετα αναφέρεται ότι δεν υπάρχει αρκετή πληροφορία για τη σωστή επιλογή της τροφής με ποσοστό 46,6% . Στο σύνολο των ερωτηθέντων το ποσοστό κατάθλιψης είναι 16,7% και άγχους 3,3 % Συμπεράσματα Συμπερασματικά προκύπτει ότι οι ασθενείς στο σύνολο τους είναι υπέρβαροι, με κοιλιακού τύπου παχυσαρκία, με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης χρόνιων μεταβολικών νοσημάτων αλλά με χαμηλό κίνδυνο εμφάνισης σαρκοπενίας. Από τα ερωτηματολόγια αξιολόγησης της ποιότητας του φαγητού προκύπτει ότι οι ασθενείς είναι ικανοποιημένοι από την ποιότητα των γευμάτων στο μεγαλύτερο δείγμα, αλλά σε ένα μεγάλο ποσοστό καταναλώνουν γεύματα εκτός των προκαθορισμένων λόγω του ότι η ποσότητα του γεύματος δεν επαρκεί και ότι το διάστημα μεταξύ των γευμάτων είναι μεγάλο, αλλά και ότι δεν έχουν τη σωστή ενημέρωση και πληροφόρηση σε θέματα διατροφής. Επίσης οι ασθενείς δεν αναφέρουν κινητικά εμπόδια στην κατανάλωση του γεύματος τους, καθώς και σε ότι έχει να κάνει με την εξυπηρέτηση του προσωπικού. Τέλος οι ασθενείς στην πλειοψηφία τους δεν διαφαίνεται να αντιμετωπίζουν συμπτώματα άγχους ή κατάθλιψης κατά τη διάρκεια νοσηλείας τους.