Πτυχιακές εργασίες / Bachelor Theses
Μόνιμο URI για αυτήν τη συλλογή
Περιηγούμαι
Πρόσφατες Υποβολές
Τεκμήριο Η διαχείριση έργων στоν εμπоρικό κλάδо: η περίπτωση επέκτασης καταστήματоς κρεоπωλείоυ.(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Διοίκησης και Οικονομίας (ΣΕΔΟ), Τμήμα Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας, 2026-07-04) Χουστουλάκης, Δημήτριος; Choustoulakis, Dimitrios; Μαρκάκη, Μαρία; Markaki, MariaΗ παρоύσα εργασία εξετάζει τη διоίκηση έργων μέσα από τη μελέτη περίπτωσης της επέκτασης και αναβάθμισης ενός κρεоπωλείоυ, εστιάζоντας στην εφαρμоγή των βασικών αρχών τоυ project management σε ένα έργо μικρής κλίμακας στоν κλάδо των τρоφίμων. Στόχоς της εργασίας είναι να αναδειχθεί πώς εργαλεία και μεθоδоλоγίες της διоίκησης έργων μπоρоύν να πρоσαρμоστоύν στις ιδιαίτερες συνθήκες μιας μικρής επιχείρησης, όπоυ συνυπάρχоυν περιоρισμένоι πόρоι, αυστηρές υγειоνоμικές απαιτήσεις και η ανάγκη συνέχισης της καθημερινής λειτоυργίας κατά τη διάρκεια των κατασκευαστικών εργασιών. Η μεθоδоλоγία πоυ ακоλоυθήθηκε βασίζεται στη συνδυαστική χρήση βιβλιоγραφικής ανασκόπησης και ανάλυσης πραγματικоύ έργоυ. Аρχικά παρоυσιάζεται τо θεωρητικό πλαίσιо της διоίκησης έργων, με έμφαση στη διαχείριση χρόνоυ, κόστоυς, πоιότητας, κινδύνων και ενδιαφερόμενων μερών. Στη συνέχεια αναλύεται η δоμή και η υλоπоίηση τоυ έργоυ επέκτασης μέσω εργαλείων όπως η Аναλυτική Δоμή Εργασιών (WBS), τо χρоνоδιάγραμμα τύπоυ Gantt και τо διάγραμμα ενδιαφερоμένων, τα оπоία αξιоπоιήθηκαν για τоν оργανωμένо σχεδιασμό και τоν έλεγχо της πρоόδоυ. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διαχείριση παραλληλίας εργασιών, στη διαχείριση αλλαγών και στη συμμόρφωση με τо υγειоνоμικό πλαίσιо και τις αρχές HACCP. Τα απоτελέσματα της μελέτης δείχνоυν ότι η συστηματική εφαρμоγή της διоίκησης έργων συνέβαλε στην оμαλή оλоκλήρωση τоυ έργоυ, στоν περιоρισμό κινδύνων και καθυστερήσεων και στη διατήρηση της λειτоυργικότητας της επιχείρησης κατά τη διάρκεια της υλоπоίησης. Παράλληλα, αναδεικνύεται ότι η διоίκηση έργων δεν απоτελεί απоκλειστικό εργαλείо μεγάλων τεχνικών έργων, αλλά μπоρεί να πρоσφέρει оυσιαστική πρоστιθέμενη αξία και σε μικρές επιχειρήσεις, ενισχύоντας την оργανωτική ωριμότητα, τη συμμόρφωση με κανоνισμоύς και τη μακρоπρόθεσμη βιωσιμότητα.Τεκμήριο Ο ρόλος του εντερικού μικροβιώματος στην ανθρώπινη υγεία με ιδιαίτερη έμφαση στη πρόληψη καρδιαγγειακών νοσημάτων(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-07-03) Ουζούνοβα, Τεοντόρα; Παλούμπη, Πολυξένη; Uzunova Teodora; Paloumpi, Polyxeni; Μουρατίδου, Θεοδώρα; Mouratidou, TheodoraΤο μικροβίωμα του εντέρου αποτελεί το σύνολο των μικροοργανισμών που κατοικούν στον γαστρεντερικό σωλήνα και παίζει κρίσιμο ρόλο στη συνολική υγεία του ανθρώπου. Το μικροβίωμα επηρεάζεται συνεχώς από διάφορους παράγοντες, όπως την διατροφή, τη λήψη αντιβιοτικών και τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Η ισορροπία του είναι καίρια για τη διατήρηση της υγείας εφ’ όρου ζωής καθώς συμβάλλει στη ρύθμιση των ανοσολογικών, μεταβολικών και ενδοκρινικών λειτουργιών καθώς και στην απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών. Με βάση τα σύγχρονα δεδομένα, έχει αναγνωριστεί ότι η διατήρηση της ισορροπίας του μικροβιώματος του εντέρου αποτελεί κρίσιμο ρυθμιστικό παράγοντα πρόληψη παθήσεων αλλά και της καρδιομεταβολικής υγείας. Η ανισορροπία του μικροβιώματος, γνωστή ως δυσβίωση, φαίνεται να συνδέεται με την εμφάνιση χρόνιων φλεγμονών, διαταραχών του μεταβολισμού και την ανάπτυξη καρδιαγγειακών νοσημάτων. Μολονότι οι βασικές αρχές υγιεινής διατροφής είναι ευρέως αποδεκτές για τη διατήρηση της καρδιαγγειακής υγείας, τα τελευταία χρόνια μελετώνται διατροφικές παρεμβάσεις υπέρ της εντερικής ισορροπίας. Συγκεκριμένα, η υιοθέτηση διατροφικών προτύπων πλούσιων σε φυτικές ίνες και αντιοξειδωτικά, η μείωση της κατανάλωσης επεξεργασμένων τροφίμων, η λήψη συμπληρωμάτων και η άσκηση έχουν απασχολήσει ιδιαίτερα τους ερευνητές. Τέλος, έχει αναδειχθεί η σημασία της εξατομικευμένης διατροφικής παρέμβασης, λαμβάνοντας υπόψη το ιδιαίτερο μικροβιακό προφίλ κάθε ατόμου, με στόχο την ενίσχυση της εντερικής υγείας και τη μακροπρόθεσμη πρόληψη διαταραχών και καρδιαγγειακών παθήσεων. Σκοπός της παρούσας βιβλιογραφικής έρευνας είναι η συγκέντρωση και ανάλυση επιστημονικών δεδομένων που διερευνούν τη σχέση μεταξύ του εντερικού μικροβιώματος και της εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων καθώς και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας διατροφικών παρεμβάσεων με στόχο την πρόληψη τους και την βελτίωση του εντερικού μικροβιώματος.Τεκμήριο Η διατροφή με χαρούπι και ο ρόλος της στην πρόληψη και διαχείριση καρδιαγγειακών νοσημάτων(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-07-03) Νισύριος, Αριστείδης-Μαρίνος; Nisyrios, Aristeidis-Marinos; Yatsyk, Anton; Τσαγκαράκης, Κωνσταντίνος; Tsagkarakis, KonstantinosΕισαγωγή: Οι καρδιαγγειακές παθήσεις αποτελούν μια από τις κύριες αιτίες θανάτου παγκοσμίως. Το χαρούπι, ένα παραδοσιακό συστατικό της μεσογειακής διατροφής, έχει προταθεί ως μια δυνητικά ευεργετική τροφή για την πρόληψη και αντιμετώπιση των καρδιαγγειακών παθήσεων λόγω των αντιοξειδωτικών, αντιφλεγμονωδών και υπολιπιδαιμικών του ιδιοτήτων. Στόχος: Η παρούσα εργασία στοχεύει να συνοψίσει τα υπάρχοντα στοιχεία σχετικά με τις επιδράσεις του χαρουπιού και των συστατικών του στους παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις. Μεθοδολογία: Πραγματοποιήθηκε συστηματική ανασκόπηση δημοσιευμένων μελετών που διερεύνησαν τις επιδράσεις του χαρουπιού σε παραμέτρους σχετικές με καρδιαγγειακές παθήσεις, όπως τα επίπεδα λιπιδίων στο αίμα, η αρτηριακή πίεση, ο γλυκαιμικός έλεγχος και η φλεγμονή. Χρησιμοποιήθηκε αλγόριθμος αναζήτησης στον οποίο συμπεριλήφθηκαν in vitro, in vivo μελέτες σε ζωικά μοντέλα και κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους. Αποτελέσματα: Οι 16 μελέτες που συμπεριλήφθηκαν στη συστηματική ανασκόπηση, ανέδειξαν ευεργετικές επιδράσεις του χαρουπιού σε πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου καρδιαγγειακών παθήσεων. Σε ζωικά μοντέλα, το χαρούπι μείωσε τα επίπεδα λιπιδίων, την αρτηριακή πίεση, τη φλεγμονή και το οξειδωτικό στρες. Κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους ανέφεραν μειώσεις στα επίπεδα χοληστερόλης, βελτιώσεις στον γλυκαιμικό έλεγχο και στην ευαισθησία στην ινσουλίνη. Συμπεράσματα: Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι το χαρούπι μπορεί να έχει προστατευτικές επιδράσεις έναντι των καρδιαγγειακών παθήσεων μέσω της ρύθμισης πολλαπλών παραγόντων κινδύνου. Ωστόσο, απαιτούνται περαιτέρω μακροπρόθεσμες κλινικές μελέτες για την πλήρη αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και ασφάλειάς του.Τεκμήριο Αξιολόγηση υποθρεψίας παιδιών με συγγενείς καρδιοπάθειες- περιεγχειρητικές διατροφικές πρακτικές(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-07-03) Μαυροματίδου, Παρασκευή; Mavromatidou, Paraskevi; Ανδρουλάκη, Δέσποινα; Androulaki, DespoinaΟι ασθενείς με συγγενείς καρδιοπάθειες πριν το διορθωτικό χειρουργείο, κυρίως βρέφη και παιδιά, έχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν ελλιπή ανάπτυξη- υποθρεψία. Η υποθρεψία εμφανίζεται λόγω αυξημένων αναγκών σε ενέργεια και θρεπτικά συστατικά, μειωμένης διατροφικής πρόσληψης ή συνδυασμού των δύο παραπάνω. Η υποθρεψία και ο υποσιτισμός περί το χειρουργείο επιδιόρθωσης της συγγενούς καρδιοπάθειας σχετίζονται με δυσμενείς επιπτώσεις όπως αργή επούλωση τραυμάτων, μειωμένη αντίσταση στις λοιμώξεις, παρατεταμένο χρόνο μηχανικού αερισμού και νοσηλείας, αυξημένη θνητότητα. Μετά το χειρουργείο επιδιόρθωσης η διατροφική κατάσταση του ασθενή βελτιώνεται παράλληλα με τη γενικότερη υγεία και λειτουργικότητά του, και γίνεται ανάκτηση ανάπτυξης (catch up growth). Όσο καλύτερη είναι η διατροφική κατάσταση του ασθενή πριν το διορθωτικό χειρουργείο τόσο αυξάνεται η πιθανότητα για καλή έκβαση της επέμβασης και ταχύτερη αποκατάσταση. Σκοπός της εργασίας είναι να μελετηθούν οι παράγοντες που συμβάλλουν στην εμφάνιση υποθρεψίας των ασθενών με συγγενείς καρδιοπάθειες πριν το χειρουργείο, να εξεταστεί η σημασία- αναγκαιότητα παροχής κατάλληλης διατροφικής φροντίδας περιεγχειρητικά, να αναδειχθούν περιεγχειρητικές διατροφικές πρακτικές ώστε να υποστηρίζεται κατά το βέλτιστο βαθμό η πορεία υγείας του ασθενή και η αξιολόγηση διατροφικής κατάστασης παιδιών με συγγενείς καρδιοπάθειες πριν το διορθωτικό χειρουργείο 0-14 ετών ελληνικού πληθυσμού. Με βάση τα πρότυπα αναφοράς που αναπτύχθηκαν από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, αξιολογήθηκε το ύψος προς ηλικία για άτομα 0-14 ετών, το βάρος προς ηλικία για άτομα 0-10 ετών και ο Δείκτης Μάζας Σώματος για άτομα 10-14 ετών από δείγμα μεγέθους 35 ατόμων 0-14 ετών. Από την αξιολόγηση φάνηκε πως τα άτομα με συγγενείς καρδιοπάθειες 0-14 ετών πριν το διορθωτικό χειρουργείο δεν διατρέχουν σημαντικό κίνδυνο υποθρεψίας, οι περισσότερες σωματομετρικές παράμετροι ήταν εντός φυσιολογικών ορίων. Χρειάζεται περεταίρω έρευνα όπως μελέτη δερματικής πτυχής τρικεφάλου και μυική περίμετρος μέσου βραχίονα σε μεγαλύτερο δείγμα ώστε να διεξαχθούν πιο έγκυρα και αντιπροσωπευτικά αποτελέσματα.Τεκμήριο Ποιότητα παρεχόμενης διατροφής στην τριτοβάθμια υγειονομική περίθαλψη και ο ρόλος της στην αντιμετώπιση της δυσθρεψίας(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-07-03) Λεμονίδου, Ευτυχία; Lemonidou, Eftychia; Μαρκάκη, Αναστασία; Markaki, AnastasiaΕισαγωγή Η πλειονότητα των νοσηλευομένων ασθενών εξαρτάται, από την παρεχόμενη από το νοσοκομείο τροφή για την κάλυψη των θρεπτικών τους απαιτήσεων. Ταυτόχρονα, η νοσοκομειακή δυσθρεψία αποτελεί ένα παγκόσμιο πρόβλημα, με τον υποσιτισμός να είναι ένα συνηθισμένο, κλινικό χαρακτηριστικό στην οξεία νοσοκομειακή περίθαλψη. Οι ασθενείς που εμφανίζουν δυσθρεψία κατά τη νοσηλεία, φαίνεται ότι καταναλώνουν, ανεπαρκείς ποσότητες τροφής σε συνάρτηση με την αύξηση των ενεργειακών απαιτήσεων λόγω της υποκείμενης νόσου. Η μειωμένη διατροφική πρόσληψη έχει αναγνωριστεί, ως ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για την επιδείνωση της κατάστασης του ασθενούς, επηρεάζοντας έτσι τόσο την πνευματική λειτουργία του ασθενούς (άγχος- κατάθλιψη) όσο και την σωματική του ευρωστία. Ένα άλλο πρόβλημα που προκύπτει είναι ότι αρκετές φορές ο υποσιτισμός δεν εντοπίζεται έγκαιρα, με αποτέλεσμα να υπάρχει αύξηση της νοσηρότητας και κατ’επέκταση της θνητότητας του ασθενούς. Λόγω τον παραπάνω φαίνεται χρήσιμη η αξιολόγηση του βαθμού ικανοποίησης των νοσηλευόμενων ασθενών από την παρεχόμενη διατροφική φροντίδα. Εκτός της ικανοποίησης, σημαντική είναι και η διαδικασία αναγνώρισης των παραγόντων που επιδρούν στην αποδοχή ενός γεύματος, με αποτέλεσμα την αύξηση της πρόσληψης τροφής. Σχεδιασμός μελέτης Πρόκειται για μία τυχαιοποιημένη, κλινική μελέτη. Το δείγμα της μελέτης θα αφορά, 30 ενήλικες νοσηλευόμενους ασθενείς από το Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου οι οποίοι θα βρίσκονται στα πλαίσια οξείας νόσου. Οι κλινικές που θα λάβει χώρα η έρευνα είναι κυρίως του παθολογικού τομέα, όπως η παθολογική, νεφρολογική, Ωτορυνολαρυγγολογική (ΩΡΛ) ουρολογική, οφθαλμολογική. Σκοπός Σκοπός της έρευνας είναι η αξιολόγηση της ποιότητας της παρεχόμενης φροντίδας της διατροφής στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου (ΠΑΓΝΗ), και η πιθανή συσχέτιση αυτής με την ψυχολογία των νοσηλευόμενων ασθενών, την ύπαρξη υποσιτισμού, τη διάρκεια νοσηλείας και την πρόσβαση σε τροφή εντός νοσοκομείου. Υλικά- Μέθοδοι Η παρεχόμενη από το νοσοκομείο διατροφή καθώς και η πρόσβαση σε τρόφιμα εντός νοσοκομείου θα αξιολογηθεί με τη βοήθεια του ερωτηματολογίου Meal assessment tool (MAT). Οι ανθρωπομετρικές μετρήσεις που θα πραγματοποιηθούν για την αξιολόγηση της θρέψης του ασθενούς, περιλαμβάνουν το ύψος, το σωματικό βάρος, την περίμετρο μέσης και τη δύναμη χειρολαβής. Τα όργανα που θα χρησιμοποιηθούν είναι αναλυτικός ζυγός, αναστημόμετρο, μεζούρα και χειροδυναμόμετρο. Η ανίχνευση της υποθρεψίας των ασθενών θα αξιολογηθεί με το ερωτηματολόγιο Malnutrition Universal Screening Tool (MUST ) και η όρεξη με το ερωτηματολόγιο Council Nutritional Appetite Questio CNAQ. Για την αξιολόγηση του άγχους και της κατάθλιψης που βιώνει ο ασθενείς, η αξιολόγηση θα γίνει με το ερωτηματολόγιο Hospital Anxiety and Depression Scale (HADS).Η στατιστική ανάλυση δεδομένων θα γίνει με τη χρήση του λογισμικού στατιστικό πρόγραμμα SPSS Αποτελέσματα Το δείγμα των ασθενών επιλέχθηκε να είναι υγιείς ενήλικες χωρίς χρόνιες παθήσεις. Το σύνολο του δείγματος αποτελείται από 30 ασθενείς εκ των οποίων οι 15 είναι άνδρες με μέση ηλικία 62,20±15,65 έτη και 15 γυναίκες με μέση ηλικία 61,93±19,02 έτη. Η πλειοψηφία των ασθενών είναι από την ουρολογική κλινική με ποσοστό 46,7 %. Η μέση τιμή του δείκτη μάζας σώματος των συμμετεχόντων είναι 27,69±5,61 kg /m2 και η μέση τιμή της περιφέρειας μέσης στους άνδρες είναι 105,27±12,23 cm και στις γυναίκες 92,00±18,26 cm.Το 70% του δείγματος πάσχει από κάποια χρόνια μεταβολική νόσο. Από τη μέτρηση με τη μέθοδο της χειροδυναμομέτρησης προκύπτει ότι μέση τιμή για τους άνδρες 26,80±6,30 Kg και τις γυναίκες 20,31±3,77 αντιστοίχως. Τα αποτελέσματα που προέκυψαν από το ερωτηματολόγιο CNAQ (Council On Nutrition Appetite Questionnaire) παρατηρείτε ότι το 23,3% εμφανίζει κίνδυνο απώλειας βάρους Στη συνέχεια από το ερωτηματολόγιο MUST (Malnutrition Universal Screening Tool) δεν προέκυψαν σημαντικά ευρήματα καθώς το 93,3% δεν διατρέχει ιδιαίτερο κίνδυνο υποθρεψίας. Η συνολική ικανοποίηση από την εστίαση με το ερωτηματολόγιο ΜΑΤ αξιολογήθηκε ως πολύ καλή με ποσοστό 40% των ασθενών. Από το ερωτηματολόγιο Experiences of food access για την αξιολόγηση της όρεξης προκύπτει ότι το 50% των ασθενών αναφέρει ότι το φαγητό δεν επαρκεί και ότι οι επισκέπτες τους φέρνουν φαγητό. Επιπρόσθετα το 30 % αναφέρει ότι πεινάει γιατί το διάστημα μεταξύ των γευμάτων είναι μεγάλο. Επιπρόσθετα αναφέρεται ότι δεν υπάρχει αρκετή πληροφορία για τη σωστή επιλογή της τροφής με ποσοστό 46,6% . Στο σύνολο των ερωτηθέντων το ποσοστό κατάθλιψης είναι 16,7% και άγχους 3,3 % Συμπεράσματα Συμπερασματικά προκύπτει ότι οι ασθενείς στο σύνολο τους είναι υπέρβαροι, με κοιλιακού τύπου παχυσαρκία, με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης χρόνιων μεταβολικών νοσημάτων αλλά με χαμηλό κίνδυνο εμφάνισης σαρκοπενίας. Από τα ερωτηματολόγια αξιολόγησης της ποιότητας του φαγητού προκύπτει ότι οι ασθενείς είναι ικανοποιημένοι από την ποιότητα των γευμάτων στο μεγαλύτερο δείγμα, αλλά σε ένα μεγάλο ποσοστό καταναλώνουν γεύματα εκτός των προκαθορισμένων λόγω του ότι η ποσότητα του γεύματος δεν επαρκεί και ότι το διάστημα μεταξύ των γευμάτων είναι μεγάλο, αλλά και ότι δεν έχουν τη σωστή ενημέρωση και πληροφόρηση σε θέματα διατροφής. Επίσης οι ασθενείς δεν αναφέρουν κινητικά εμπόδια στην κατανάλωση του γεύματος τους, καθώς και σε ότι έχει να κάνει με την εξυπηρέτηση του προσωπικού. Τέλος οι ασθενείς στην πλειοψηφία τους δεν διαφαίνεται να αντιμετωπίζουν συμπτώματα άγχους ή κατάθλιψης κατά τη διάρκεια νοσηλείας τους.Τεκμήριο Διατροφική διαχείριση οστεοπόρωσης και οστεοπενίας(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-07-03) Λε Γκαρέκ, Κλώτια; Σουλάκη, Σπυριδούλα; Le Garrec, Claudia; Soulaki, Spyridoula; Σφακιανάκη, Ειρήνη; Sfakianaki, EiriniΣτις μέρες μας, η οστεοπόρωση αποτελεί συχνή σκελετική νόσο του πληθυσμού και ιδίως των μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών. Η οστεοπενία και η χαμηλή οστική πυκνότητα (BMD) αποτελούν εξίσου σημαντικό πρόβλημα του πληθυσμού καθώς υποδεικνύουν ευθραυστότητα των οστών και προδιάθεση για οστεοπόρωση. Τα κατάγματα που προκαλούνται από την οστεοπόρωση γίνονται όλο και πιο συχνά με αποτέλεσμα σημαντικές νοσηρότητες που σχετίζονται με τα οστά, αυξημένη θνησιμότητα και υγειονομική περίθαλψη. Υπάρχουν πρωτοπαθείς και δευτεροπαθείς αιτίες της νόσου αλλά και πολλοί παράγοντες κινδύνου όπως ο τρόπος ζωής που μπορούν να επηρεάσουν την εμφάνιση της. Η επιδημιολογία της οστεοπόρωσης συμπεριλαμβάνει όλη την Ευρώπη με τα περιστατικά καταγμάτων που σημειώνονται να είναι αυξημένα. Η έγκαιρη διάγνωση της νόσου είναι σημαντική καθώς μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα ζωής των ασθενών και να μειώσει το κόστος και τις επιπλοκές. Η διατροφική διαχείριση της είναι μείζον σημασίας διότι πολλά θρεπτικά συστατικά όπως το Ca και η βιταμίνη D εμπλέκονται στο μεταβολισμό των οστών. Μια υγιεινή ισορροπημένη διατροφή σε συνδυασμό με την άσκηση έχει αποδειχθεί ότι οδηγεί σε μειωμένη οστική απορρόφηση και αυξημένη BMD. Είναι αποδεδειγμένο ότι η επαρκής πρόσληψη Ca και βιταμίνης D από νεαρή ηλικία οδηγεί σε αυξημένη οστική μάζα στη μετέπειτα ζωή. Παράλληλα, υπάρχουν πολλά θρεπτικά συστατικά που επηρεάσουν τον μεταβολισμό των οστών και παίζουν σημαντικό ρόλο στην παθογένεσης της OP ή οστεοπενίας. Η μη φαρμακευτική παρέμβαση σχετίζεται με το μοντέλο της Μεσογειακής Διατροφής (MedDiet) και δείχνει να έχει προστατευτικά αποτελέσματα στα οστά. Η MedDiet απαρτιζόμενη από το ελαιόλαδο, φρέσκα φρούτα λαχανικά, δημητριακά ολικής άλεσης, ψάρια, ξηρούς καρπούς και όσπρια έχει θετικές επιδράσεις στον οργανισμό. Τα θρεπτικά συστατικά που λαμβάνονται οδηγούν σε ανθεκτικότητα των οστών από κατάγματα και σε αύξηση της οστικής υγείας. Από μελέτες έχει αποδειχθεί ότι η συχνή κατανάλωση λειτουργικών τροφίμων και ο περιορισμός κακών διατροφικών συνηθειών συμβάλλει σε πιο δυνατά και υγιή οστά. Αυτή η βιβλιογραφική ανασκόπηση έχει σκοπό να αναλύσει την παθοφυσιολογία της οστεοπόρωσης και οστεοπενίας καθώς και τη διατροφική διαχείριση της νόσου με υγιεινή διατροφή και άσκηση, εστιάζοντας την προσοχή στη υιοθέτηση της MedDiet και την χρησιμότητα των μικροθρεπτικών συστατικά Ca και βιταμίνη D.Τεκμήριο Ανάπτυξη αυτόνομων AI-driven συστημάτων για την ανάλυση του ανταγωνισμού: πως οι επιχειρήσεις μπορούν να βελτιώσουν τη στρατηγική τους;(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Διοίκησης και Οικονομίας (ΣΕΔΟ), Τμήμα Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας, 2026-07-02) Λαμπράκη, Αναστασία; Lampraki, Anastasia; Μαστοράκης, Γιώργος; Mastorakis, GiorgosΗ παρούσα εργασία εξετάζει τη στρατηγική αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης στην ανάλυση του ανταγωνισμού και στη διαμόρφωση επιχειρησιακών αποφάσεων, εστιάζοντας στην ανάπτυξη και λειτουργία αυτόνομων AI-driven συστημάτων. Σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από αυξημένη πολυπλοκότητα, έντονο ανταγωνισμό και υπερφόρτωση πληροφορίας, η μετάβαση από παραδοσιακά μοντέλα στρατηγικής σε data-driven προσεγγίσεις καθίσταται κρίσιμη για την επιβίωση και ανάπτυξη των επιχειρήσεων. Στο θεωρητικό επίπεδο, η μελέτη αναδεικνύει τον ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης ως μηχανισμού μετατροπής των δεδομένων σε στρατηγική γνώση, ενσωματώνοντας έννοιες όπως η μηχανική μάθηση, τα predictive analytics και η competitive intelligence. Παράλληλα, προσεγγίζει την τεχνητή νοημοσύνη ως στρατηγικό πόρο, σύμφωνα με τη θεωρία των πόρων και ικανοτήτων, αναδεικνύοντας τη συμβολή της στη δημιουργία βιώσιμου ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος. Σε εμπειρικό επίπεδο, η έρευνα βασίζεται σε ποσοτική μεθοδολογία μέσω ερωτηματολογίου, διερευνώντας την αντίληψη των συμμετεχόντων σχετικά με τη συμβολή των AI συστημάτων στην ανάλυση ανταγωνισμού και στη λήψη αποφάσεων. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της χρήσης τεχνητής νοημοσύνης και της βελτίωσης της ποιότητας, ταχύτητας και ακρίβειας των στρατηγικών αποφάσεων, επιβεβαιώνοντας τη σημασία των data-driven προσεγγίσεων. Συνολικά, η εργασία συμβάλλει στη γεφύρωση θεωρίας και πρακτικής, προτείνοντας ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο κατανόησης της τεχνητής νοημοσύνης ως εργαλείου στρατηγικής ανάλυσης. Παράλληλα, αναδεικνύει την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα με αξιοποίηση πραγματικών επιχειρησιακών δεδομένων και πιο εξελιγμένων μοντέλων, ώστε να ενισχυθεί η εμπειρική τεκμηρίωση της συμβολής της AI στη σύγχρονη επιχειρησιακή στρατηγική.Τεκμήριο Η ένταξη του λεοντόψαρου στο διαιτολόγιο των Κυπρίων ως παράγοντας για τη διατήρηση του θαλάσσιου οικοσυστήματος(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-06-30) Λαούρη, Αικατερίνη; Laouri, Aikaterini; Τσικαλάκης, Γεώργιος; Tsikalakis, GeorgiosΤο λεοντόψαρο (Pterois miles) είναι ένας λεσσεψιανός μετανάστης που έχει εισβάλει στη Μεσόγειο θάλασσα, έχει εγκαταστήσει πληθυσμούς σε όλη την ανατολική Μεσόγειο και εξαπλώθηκε με ταχύτατους ρυθμούς προς τα δυτικά, φτάνοντας μέχρι στιγμής στην κεντρική Μεσόγειο. Στην Κύπρο θεάθηκε για πρώτη φορά το 2012, στα ανατολικά παράλια του νησιού και από τότε οι πληθυσμοί του ολοένα και αυξάνονται εκτοπίζοντας τα ιθαγενή ψάρια. Πρόκειται για χωροκατακτητικό είδος το οποίο αποτελεί απειλή για τα θαλάσσια οικοσυστήματα της Μεσογείου, καθώς ενδέχεται να προκαλέσει δυσμενείς επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα, στις υπηρεσίες οικοσυστήματος, στην οικονομία και στην ανθρώπινη υγεία. Η αύξηση του πληθυσμού των λεοντόψαρων προκαλεί ανησυχία και οι υπεύθυνοι φορείς στην Κύπρο καλούνται να βρουν και να εφαρμόσουν άμεσα, μέτρα για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η κατανάλωσή του λεοντόψαρου από τους ανθρώπους, αποτελεί ένα μέτρο που μπορεί να μειώσει τον πληθυσμό αυτού του ψαριού και να απομακρύνει τον κίνδυνο υποβάθμισης στα τοπικά θαλάσσια οικοσυστήματα. Στα πλαίσια της παρούσας εργασίας, έγινε χρήση ερωτηματολογίου με σκοπό τη διερεύνηση των γνώσεων και των αντιλήψεων για το λεοντόψαρο. Το ερωτηματολόγιο συμπλήρωσαν 130 Κύπριοι που σχετίζονται με τη θάλασσα. Τα ευρήματα έδειξαν πως κατά πλειοψηφία οι συμμετέχοντες γνωρίζουν το λεοντόψαρο και τους πιθανούς κινδύνους που μπορεί να επιφέρει στο θαλάσσιο οικοσύστημα της Κύπρου, αλλά και την πιθανή διατροφική του αξία. Επιπλέον, δήλωσαν πρόθυμοι στο να συμμετέχουν σε ενέργειες για τον περιορισμό των κινδύνων από την εξάπλωση του λεοντόψαρου. Όσον αφορά τη διερεύνηση της ετοιμότητας των κυπρίων να εντάξουν στη δίαιτά τους το λεοντόψαρο, φαίνεται ότι τα αποτελέσματα είναι αρκετά ενθαρρυντικά αφού η συντριπτική πλειοψηφία των συμμετεχόντων, πάνω από το 90% ανέφεραν πως έχουν δοκιμάσει λεοντόψαρο και 8 στους 10 δήλωσαν ότι τους άρεσε πολύ ή πάρα πολύ η γεύση του. Το συγκεκριμένο ψάρι είναι ασφαλές για ανθρώπινη κατανάλωση, έχει αποδειχθεί ότι έχει υψηλή διατροφική αξία και όπως έδειξαν τα ευρήματα της παρούσας έρευνας, οι κύπριοι το θεωρούν εύγευστο, γεγονός που θα διευκολύνει την ένταξη του στο διαιτολόγιό τους. Επομένως, φαίνεται ότι υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες για την εφαρμογή αυτού του μέτρου αντιμετώπισης του υπερπληθυσμού των λεοντόψαρων, που θα συμβάλλει στη διατήρηση ενός υγιούς θαλάσσιου οικοσυστήματος. Παρόλα αυτά θα πρέπει να εφαρμοστούν ενέργειες ενημέρωσης του κοινού σχετικά με το λεοντόψαρο, τη διατροφική του αξία και την απειλή που αποτελεί αυτό το ξενικό ψάρι για το θαλάσσιο οικοσύστημα.Τεκμήριο Η διατροφική αξία των ιχθύων και η διατροφογενωμική επίδραση στον ανθρώπινο οργανισμό(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-06-30) Κωνσταντινίδου, Δήμητρα; Παπαβασιλείου, Βασιλική; Konstantinidou, Dimitra; Papavassiliou, Vasiliki; Νικολάκη, Μαρούλλα; Nikolaki, MaroullaΗ κατανάλωση ψαριών αποτελεί μία από τις καλύτερες διατροφικές επιλογές, καθώς αποτελεί άριστη πηγή θρεπτικών συστατικών και έχει μια πληθώρα ευεργετικών ιδιοτήτων. Η κατανάλωσή τους αποτελεί αναπόσπαστο πυλώνα της μεσογειακής διατροφής (σύσταση κατανάλωσης ψαριού τουλάχιστον 2 μερίδες την εβδομάδα), καθώς οι μεσογειακές περιοχές διακρίνονται από τη διαχρονική παράδοση στην αλιεία. Πληθώρα μελετών έχουν αναδείξει τις ευεργετικές ιδιότητες της μεσογειακής διατροφής, η οποία συμβάλλει εκτός των άλλων στην επιβράδυνση της γήρανσης, στη μείωση της συχνότητας εμφάνισης της στεφανιαίας νόσου, στη μείωση της συχνότητας διαβήτη τύπου 2, στη μείωση των επιπέδων τριγλυκεριδίων, της ολικής και της LDL χοληστερόλης, στη διατήρηση των επιπέδων της HDL, στη μείωση της αρτηριακής πίεσης, στη μείωση της συχνότητας εγκεφαλικών επεισοδίων, νόσων Parkinson και Alzheimer. Τα ψάρια επιπλέον είναι πλούσια σε υψηλής βιολογικής αξίας πρωτεΐνες, λιποδιαλυτές βιταμίνες (βιταμίνη D, A), μέταλλα και ω-3 λιπαρά οξέα (η βασικότερη διατροφική πηγή). Τα ω-3 λιπαρά οξέα, τα οποία αδυνατεί να συνθέσει ο οργανισμός και επομένως είναι αναγκαίο να λαμβάνονται μέσω της διατροφής, έχουν διάφορες ευεργετικές ιδιότητες, με κυριότερες τη μείωση των τριγλυκεριδίων, της αρτηριακής πίεσης, της ινσουλινοαντίστασης και των αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων, τις αντιαρρυθμικές δράσεις και τη σταθεροποίηση των αθηρωματικών πλακών, καθώς και τις αντιφλεγμονώδεις και αντικαρκινικές δράσεις. Επιπλέον, η διατροφική πρόσληψη ψαριών δρα ευεργετικά και σε επιγενετικό επίπεδο, κυρίως μέσω της πρόσληψης ω-3 λιπαρών οξέων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την πρόσληψη EPA και DHA της μητέρας στον σχηματισμό του εγκεφάλου και των νευρώνων του εμβρύου. Ωστόσο, η βιβλιογραφία υποστηρίζει ότι το γενετικό υπόβαθρο επηρεάζει σημαντικά τις ατομικές απαιτήσεις σε λιπαρά οξέα και θα πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψιν.Τεκμήριο Φοινικέλαιο: επιδράσεις στην υγεία και περιεκτικότητα συσκευασμένων ειδών αρτοποιίας σε αυτά(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-06-30) Κοψολαίμη, Αικατερίνη; Kopsolaimi, Aikaterini; Ανδρουλάκη, Καλλιόπη; Androulaki, KalliopiΤο φοινικέλαιο, που χρησιμοποιείται ευρέως στη βιομηχανία τροφίμων, φαίνεται να συμβάλει στην ανάπτυξη μιας πληθώρας νόσων όπως η Δυσλιπιδαιμία, η Αθηροσκλήρωση, η παχυσαρκία, ο Σακχαρώδης Διαβήτης Τύπου ΙΙ κά, λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς του σε κορεσμένα λιπαρά οξέα. Ωστόσο, πρόσφατες μελέτες αντικρούουν τα συμπεράσματα αυτά, αναφερόμενες τόσο στον κακό σχεδιασμό ορισμένων μελετών, όσο και στην ασυνέπεια στις ενδείξεις όταν γίνεται αντικατάσταση των SFA με πολυακόρεστα λιπαρά οξέα. Από την άλλη, η ιδιαίτερα υψηλή περιεκτικότητα του Ακατέργαστου Φοινικέλαιου σε τοκοτριενόλη, φαίνεται να επιφέρει θετικές επιδράσεις στη Δυσλιπιδαιμία, τη φλεγμονή, τον ΣΔΙΙ, το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, τον καρκίνο και την οστεοπόρωση. Σκοπός: Αποσαφήνιση του πεδίου αναφορικά με τις επιδράσεις της κατανάλωσης φοινικέλαιου, στην ανθρώπινη υγεία. Παράλληλα, η διερεύνηση του ποσοστού παρουσίας του φοινικέλαιου στα συσκευασμένα προϊόντα αρτοποιίας στην ελληνική αγορά. Μεθοδολογία: Ανασκόπηση της πρόσφατης βιβλιογραφίας σχετικά με τις επιδράσεις του φοινικέλαιου στην υγεία. Στο ερευνητικό μέρος, πραγματοποιήθηκαν επιτόπιες επισκέψεις σε καταστήματα πώλησης τροφίμων και καταγραφή επιλεγμένων διατροφικών στοιχείων συσκευασμένων ειδών αρτοποιίας σε ειδικά διαμορφωμένη φόρμα. Η περιεκτικότητα των τροφίμων σε φοινικέλαιο αναζητήθηκε μέσω της περιεκτικότητάς τους σε SFA. Από το δείγμα εξαιρέθηκαν είδη αρτοποιίας που περιείχαν ζωικές πηγές λίπους. Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε κατά τον Ιούλιο 2019 και τον Φεβρουάριο, Μάρτιο και Μάιο 2020. Ακολούθησε περιγραφική στατιστική ανάλυση των δεδομένων με χρήση του Microsoft Office Excel 2007. Αποτελέσματα: Από την βιβλιογραφική ανασκόπηση, το φοινικέλαιο φαίνεται να προκαλεί επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία, συμβάλλοντας σε Δυσλιπιδαιμία, ΣΔ ΙΙ, Παχυσαρκία και Καρκίνο, λόγω της υψηλής του περιεκτικότητας σε SFA και παλμιτικό οξύ (16:0), τα οποία έχουν συνδεθεί με τις παραπάνω νόσους. Στο ερευνητικό μέρος, το δείγμα αποτέλεσαν Ν=309 τρόφιμα, προερχόμενα από 63 διαφορετικές εταιρείες (μάρκες), τα οποία κατά την ανάλυση των δεδομένων ταξινομήθηκαν σε 9 κατηγορίες. Το φοινικέλαιο συναντήθηκε στο 45,6% του δείγματος. Η συντριπτική πλειοψηφία (90,6%) του καταγεγραμμένου δείγματος, προέρχεται από την Ελλάδα. Η υψηλότερη συγκέντρωση λίπους ανά 100 γρ τροφίμου παρατηρήθηκε στην ομάδα «κουλούρι» (21,8 γρ) και «μπισκότο» (20,5 γρ). Η υψηλότερη συγκέντρωση SFA ανά 100 γρ τροφίμου παρατηρήθηκε στην ομάδα «μπισκότο» (8 γρ) και «κρουτόν» (7 γρ). Ως προς την ομάδα τροφίμου, το φοινικέλαιο συναντήθηκε συχνότερα στην ομάδα «φρυγανιά» (81,1%) και «κρουτόν» (80%). Συμπεράσματα: Το φοινικέλαιο φαίνεται να προτιμάται από τη βιομηχανία άρτου στην Ελλάδα, παρότι δεν αποτελεί εγχώριο προϊόν, πιθανότατα λόγω των οργανοληπτικών πλεονεκτημάτων που διαθέτει σε σύγκριση με άλλα έλαια αλλά και του χαμηλού κόστους. Ωστόσο, το γεγονός ότι συναντάται λιγότερο συχνά στα παξιμάδια, ψωμιά και κουλούρια, τα οποία αποτελούν χαρακτηριστικά τρόφιμα της διατροφής των Ελλήνων, υποδηλώνει ότι διατηρείται ακόμα η παραδοσιακή χρήση ελαιόλαδου σε αυτές τις ομάδες. Το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία του καταγεγραμμένου δείγματος των προϊόντων αρτοποιίας, προέρχεται από την Ελλάδα, επιβεβαιώνει την κουλτούρα του άρτου της χώρας. Ταυτόχρονα, αποκαλυπτική ήταν η περιεκτικότητα όλων των ειδών που μελετήθηκαν σε ολικά λιπαρά γενικότερα, και κορεσμένα ειδικότερα, καθώς πρόκειται για τρόφιμα που θεωρούνται χαμηλής περιεκτικότητας λίπους και συχνά χρησιμοποιούνται ως τέτοια. Τέλος, κρίνεται απαραίτητη περαιτέρω έρευνα σχετικά με το είδος του φοινικέλαιου που χρησιμοποιείται στην βιομηχανία τροφίμων, ώστε να αποσαφηνιστεί τόσο η περιεκτικότητα των SFA, καθώς και η παρουσία η μη της τοκοτριενόλης, ώστε να μπορεί να προκύψει ασφαλές συμπέρασμα σχετικά με την ασφάλεια ή μη των τροφίμων που περιέχουν φοινικέλαιο.Τεκμήριο Χορτοφαγική διατροφή και καρδιαγγειακά νοσήματα(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-06-30) Κουτσολιάκος, Ηλίας; Koutsoliakos, Ilias; Σφακιανάκη, Ειρήνη; Sfakianaki, EiriniΗ παρούσα μελέτη στόχευσε να διερευνήσει τη σχέση μεταξύ της χορτοφαγικής δίαιτας και των καρδιαγγειακών νοσημάτων, αξιολογώντας συγκεκριμένα εάν οι χορτοφαγικές δίαιτες έχουν διαφορετικό αντίκτυπο στους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου σε σύγκριση με τις μη χορτοφαγικές δίαιτες. Η έρευνα στοχεύει να θίξει δύο βασικά ερωτήματα: τον αντίκτυπο της χορτοφαγικής δίαιτας στον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου και τα άμεσα οφέλη για την καρδιαγγειακή υγεία. Πληροφορίες από συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις καλά σχεδιασμένων μελετών και περιπτωσιολογικού ελέγχου, όπως παραδειγματίζονται από τη μελέτη Adventist Health Study και τη μελέτη EPIC-Oxford, δείχνουν ότι οι χορτοφάγοι έχουν χαμηλότερη αρτηριακή πίεση, χαμηλότερη LDL χοληστερόλη, χαμηλότερο δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ), που όλα αυτά μεταφράζονται σε μειωμένο κίνδυνο για καρδιαγγειακά νοσήματα.Τεκμήριο Διατροφικές συνήθειες και στάσεις απέναντι στη διατροφή πρωτοετών φοιτητών του Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας, του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-06-29) Κοσιώνη, Μαρία-Άννα; Kosioni, Maria-Anna; Σφακιανάκη, Ειρήνη; Sfakianaki, EiriniΣτη σημερινή εποχή, η υγιεινή διατροφή απασχολεί όλο και περισσότερο τον άνθρωπο. Η εισαγωγή των νέων στο Πανεπιστήμιο αποτελεί σημαντικό κομμάτι της ζωής τους, καθώς εκείνη την περίοδο όπου οι περισσότεροι φοιτητές απομακρύνονται από το οικογενειακό τους περιβάλλον, μπορούν να διαμορφωθούν συμπεριφορές και να παρατηρηθούν αλλαγές στον τρόπο ζωής τους, σε σχέση με την περίοδο πριν την είσοδό τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Για αυτό τον λόγο, κρίνεται απαραίτητη η διερεύνηση των διατροφικών συνηθειών που υιοθετούν οι νέοι πριν, αλλά και μετά την ένταξή τους στην φοιτητική ζωή. Εξαιτίας των απότομων αλλαγών που υφίστανται οι φοιτητές απομακρυνόμενοι από την οικογενειακή εστία είναι πιθανόν να αντιμετωπίσουν δυσκολίες στον σχηματισμό υγιεινών διατροφικών επιλογών και κατά επέκταση και συνηθειών. Σε αυτή την μελέτη, πήραν μέρος 127 (100 γυναίκες και 27 άντρες) πρωτοετείς φοιτητές του Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας, του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου, με τους 122 νέους να ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα από 18 έως 26 ετών και οι υπόλοιποι 5 να είναι μεγαλύτεροι από 26 ετών. Το ερωτηματολόγιο μοιράστηκε ηλεκτρονικά στους φοιτητές του δείγματος, το οποίο αποτελούταν από τέσσερις ενότητες. Αυτές οι ενότητες περιλάμβαναν ερωτήσεις σχετικά με τα δημογραφικά χαρακτηριστικά του δείγματος, ένα ερωτηματολόγιο συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων πριν την έναρξη της φοίτησης, ερωτήσεις σχετικά με την φυσική δραστηριότητα, τα διατροφικά πιστεύω και τις διατροφικές γνώσεις πριν την είσοδό τους στο Πανεπιστήμιο, αλλά και ερωτήσεις σχετικά με τις διατροφικές αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν με την έναρξη των σπουδών τους. Με βάση τα ευρήματα της έρευνας, η πλειοψηφία των ατόμων, το 70,9% (90/127), είχαν φυσιολογικό δείκτη μάζας σώματος. «Ικανοποιητικές» θεωρήθηκαν οι απαντήσεις που αφορούσαν την κατηγορία των διατροφικών γνώσεων, ενώ «μη ικανοποιητικές» για την κατηγορία της φυσικής δραστηριότητας και των διατροφικών πιστεύω. Παράλληλα, το 7,1% των ατόμων ήταν σωματικά αδρανείς με το 42,5% να δηλώνει ότι η κατάσταση βάρους τους τον τελευταίο χρόνο αυξήθηκε και το 53,5% ότι καταναλώνει πρωινό. Από το ερωτηματολόγιο κατανάλωσης τροφίμων, τα άτομα φαίνεται να έχουν μειωμένη πρόσληψη ψαριών (μικρών/μεγάλων) και θαλασσινών, ενώ παρατηρήθηκε αυξημένη κατανάλωση φρούτων, λαχανικών, γάλακτος και μειωμένη πρόσληψη κόκκινου κρέατος και γλυκισμάτων, την περίοδο πριν την ένταξή τους στο Πανεπιστήμιο. Επιπλέον, στις θετικές διατροφικές συνήθειες περιλαμβάνεται και η αποφυγή της συχνής κατανάλωσης γευμάτων από έξω, αναψυκτικών, καθώς και η συχνή κατανάλωση πρωινού και νερού για το μεγαλύτερο μέρος του δείγματος. Με την έναρξη των σπουδών το 44,9% του δείγματος δήλωσε μείωση στην συνολική πρόσληψη φαγητού και το 38,6% ότι παρέμεινε σταθερή. Επίσης, σημειώθηκε μείωση στην κατανάλωση γλυκισμάτων και αύξηση στην πρόσληψη λαχανικών. Επομένως, φάνηκε ότι οι πρωτοετείς φοιτητές του Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας, του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου, πριν από την έναρξη των σπουδών τους είχαν διαμορφώσει εν μέρη υγιεινές διατροφικές συνήθειες. Με την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, οι νέοι καλούνται να αντιμετωπίσουν δυσκολίες τόσο στην θέσπιση όσο και στην εφαρμογή υγιεινότερων διατροφικών συνηθειών. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι με την ένταξή τους στο Πανεπιστήμιο οι φοιτητές πραγματοποίησαν κάποιες θετικές αλλαγές ως προς τις διατροφικές τους συμπεριφορές.Τεκμήριο Η διατροφή ως ενισχυτικός παράγοντας της ανδρικής γονιμότητας(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-06-29) Κοντογιάννη, Μαρία; Kontogianni, Maria; Σφακιανάκη, Ειρήνη; Sfakianaki, EiriniΟ διατροφικός παράγοντας σχετίζεται άμεσα με την ανδρική γονιμότητα. Τα τρόφιμα και τα θρεπτικά συστατικά έχουν θετικό ή αρνητικό αντίκτυπο στις τιμές των παραμέτρων του σπέρματος. H κατανάλωση ορισμένων τροφίμων - όπως είναι τα φρούτα, τα λαχανικά, τα γαλακτοκομικά προϊόντα με χαμηλά λιπαρά και τα ψάρια - μπορεί να βελτιώσει τη γονιμότητα. Αντίθετα, με τη συχνή κατανάλωση κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος, γαλακτοκομικών προϊόντων με πλήρη λιπαρά, σόγιας και ροφημάτων με ζάχαρη, μπορεί να εμφανιστεί υπογονιμότητα. Όσον αφορά τα θρεπτικά συστατικά, τα ω-3 λιπαρά οξέα δείχνουν να έχουν θετική συσχέτιση με τις παραμέτρους του σπέρματος, ενώ ο ρόλος των αντιοξειδωτικών δεν είναι ακόμη ξεκάθαρος. Αντίθετα, η υψηλή κατανάλωση τροφίμων με κορεσμένο λίπος φαίνεται ότι επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα του σπέρματος. Μεταξύ των δύο διατροφικών προτύπων, η μεσογειακή διατροφή συνδέεται θετικά με την ποιότητα του σπέρματος, ενώ η δυτική διατροφή επηρεάζει αρνητικά τη σπερματογένεση.Τεκμήριο Κετογονική δίαιτα και σύσταση σώματος σε αθλητές. Μια ανασκόπηση(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-06-29) Κοκώνη, Δέσποινα; Kokoni, Despoina; Βενιαμάκης, Ελευθέριος; Veniamakis, EleftheriosΗ Κετογονική δίαιτα αποτελεί ένα από τα δημοφιλέστερα πρωτόκολλα που τηρούνται τόσο από τον γενικό πληθυσμό όσο και από αθλητές. Έχει δημιουργηθεί η άποψη ότι ένα Κ.Δ προάγει την απώλεια σωματικού βάρους και λίπους ενώ αυξάνει ταυτόχρονα την μυϊκή μάζα. Η παρούσα πτυχιακή εργασία πραγματοποιήθηκε με σκοπό να διερευνήσει την επιστημονική βιβλιογραφία που έχει δημοσιευθεί γύρω από τις επιδράσεις της Κετογονικής δίαιτας και των παραλλαγών της, στα άτομα που προπονούνται σε αθλητικό επίπεδο. Για την διεξαγωγή συμπερασμάτων, συγκεντρώθηκαν ανασκοπήσεις και ερευνητικές μελέτες που απαρτιζόταν κυρίως από άτομα ασκούμενα σε αθλητικό επίπεδο (οποιουδήποτε φύλου) και τα οποία ακολουθούσαν ένα είδος Κετογονικού πλάνου. Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι η τήρηση ενός τέτοιου διατροφικού πρωτοκόλλου, εξαρτάται από το είδος άσκησης που θα εφαρμοστεί καθώς επίσης και το ενεργειακό περιεχόμενο. Στις μελέτες που έχουν δημοσιευθεί μέχρι σήμερα υπάρχει σχεδόν ομοφωνία για την θετική επίδραση που παρουσιάζει η Κ.Δ στην απώλεια σωματικού βάρους, μειώνοντας το σωματικό λίπος, τόσο στην αερόβια όσο και στην αναερόβια άσκηση. Για την μυϊκή ανάπτυξη ορισμένες έρευνες αναφέρουν ότι φάνηκε η Κ.Δ να επιφέρει αύξηση του μυϊκού ιστού ενώ υποστηρίζεται ότι αυτό παρατηρείται κυρίως σε ισοθερμιδικό διαιτολόγιο ή με πλεόνασμα θερμίδων, πιθανόν σε συνδυασμό με νέα προπονητική διαδικασία. Ωστόσο, υπάρχουν και κάποιες έρευνες πάνω σε αθλητές αντιστάσεων οι οποίες σε υποθερμιδικό πλάνο παρατήρησαν μειώσεις στην μυϊκή μάζα και άλλες να αναφέρουν πως δεν παρουσιάστηκαν σημαντικές επιδράσεις μετά από ένα κετογονικό πρωτόκολλο στον μυϊκό ιστό. Για την αερόβια άσκηση και την τήρηση Κετογονικής διατροφής, η επιστημονική βιβλιογραφία είναι ανεπαρκής ενώ όσες έρευνες έχουν δημοσιευθεί διίστανται ως προς τα αποτελέσματά τους. Επιπροσθέτως, όσον αφορά την απόδοση η τήρηση του πρωτοκόλλου δε φαίνεται να επιφέρει θετικά αποτελέσματα στην απόδοση, σχεδόν όλες οι επιστημονικές έρευνες που αναλύθηκαν υποστηρίζουν ότι η Κ.Δ δεν βελτίωσε την απόδοση των αθλητών τόσο στην αερόβια όσο και στην αναερόβια άσκηση. Συγκεκριμένα, φαίνεται η Κ.Δ να μην επηρεάζει ούτε αρνητικά ούτε θετικά την απόδοση στο μεγαλύτερο μέρος των αθλητών που αξιολογήθηκε. Τέλος, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι στο μεγαλύτερο μέρος οι έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί, αφορούν ανδρικό πληθυσμό, με ελάχιστες να απαρτίζονται με μικτό δείγμα και μόνο δύο βιβλιογραφίες να αναφέρονται σε γυναίκες συμμετέχουσες.Τεκμήριο Η μέθοδος του weight cutting στα combat sports και οι πιθανές επιπτώσεις στην υγεία και την απόδοση των αθλητών(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-06-29) Κατσιγιάννης, Ευστάθιος; Σιταρένιος, Ιάσωνας; Katsigiannis, Efstathios; Sitarenios, Iasonas; Βενιαμάκης Ελευθέριος; Veniamakis EleftheriosΤο weight cut στον αθλητισμό έχει εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου, με μια ιστορική στροφή προς την αναγνώριση των κινδύνων της και την εφαρμογή μέτρων για την αντιμετώπιση τους. Αρχικά, η μείωση βάρους είναι μια συνήθης πρακτική για τους αθλητές προκειμένου να προκριθούν σε χαμηλότερες κατηγορίες βάρους στο αγώνισμά τους. Αυτό γίνεται ώστε να αποκτήσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα (πιο εύκολα κατανοητό με την αναλογία μυϊκής μάζας προς βάρος. Για τον λόγο αυτό αποβάλλουν γρήγορα βάρος με μεθόδους όπως ο περιορισμός της πρόσληψης τροφής, η φόρτιση υγρών (water loading), η χρήση σάουνας, χρήση υπερβολικού ρουχισμού και η χρήση διουρητικών και καθαρκτικών Σε συνέχεια δυσμενών περιστατικών εξάντλησης αθλητών παρατηρήθηκε μια τάση προς την μελέτη και εφαρμογή ασφαλέστερων πρακτικών για το κόψιμο βάρους. Αυτή η στροφή, αντανακλά την αυξανόμενη συνειδητοποίηση των κινδύνων που συνδέονται με τις ακραίες πρακτικές κοπής βάρους στα μαχητικά αθλήματα. Επιπλέον, η επιστημονική κοινότητα επικεντρώνεται όλο και περισσότερο στη μελέτη των πρακτικών μείωσης βάρους και των επιπτώσεών τους στην υγεία και την απόδοση των αθλητών. Οι έρευνες έχουν αναδείξει τις αρνητικές επιπτώσεις των σοβαρών περικοπών βάρους στη φυσική ικανότητα και την απόδοση, τονίζοντας την ανάγκη για βαθύτερη κατανόηση των πρακτικών αυτών, ώστε να παρέχονται κατάλληλες συμβουλές και να ελαχιστοποιούνται οι κίνδυνοι για την υγεία. Οι αθλητές και οι ενδιαφερόμενοι φορείς στον κλάδο των μαχητικών αθλημάτων έχουν επίσης υποστηρίξει στρατηγικές για τον μετριασμό των κινδύνων από την περικοπή βάρους, τονίζοντας τη σημασία της υγείας και της ασφάλειας των αθλητών. Με βάση την επιστημονική βιβλιογραφία αποδεικνύονται οι επιπτώσεις που μπορεί να έχει η αφυδάτωση στον ανθρώπινο οργανισμό, τόσο σε επίπεδο απόδοσης όσο και σε επίπεδο ψυχικής και σωματικής ευεξίας. Συνοπτικά, η εξέλιξη της κοπής βάρους με την πάροδο του χρόνου έχει δει μια μετάβαση από μια κοινή πρακτική που αποσκοπούσε στην απόκτηση ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, σε μια πιο ρυθμισμένη, συνειδητή και ασφαλή προσέγγιση.Τεκμήριο Διατροφή και αυτισμός – Νεότερα δεδομένα(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-06-29) Καρδούλια, Σεβαστή; Μαστρογιάννη, Αναστασία - Εφραιμία; Χάνου, Μαρία; Kardoulia, Sevasti; Mastrogianni, Anastasia - Efraimia; Chanou, Maria; Ταβλαδάκη, Θεονύμφη; Tavladaki, TheonymfiΗ Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ) περιλαμβάνει μια σειρά νευροαναπτυξιακών καταστάσεων που χαρακτηρίζονται από δυσκολίες στην κοινωνική επικοινωνία και συμπεριφορά. Υπάρχουν επίσης αρκετές πολυπλοκότητες που σχετίζονται με τον αυτισμό, όπως οι διατροφικές προκλήσεις. Οι διατροφικές δυσκολίες εμφανίζονται ως σοβαρή ανησυχία. Είναι πολύ συνηθισμένο, τα άτομα με ΔΑΦ να αντιμετωπίζουν δυσκολίες που πηγάζουν από αισθητηριακές ευαισθησίες και περιορισμένες προτιμήσεις. Αυτές οι περιορισμένες επιλογές τροφίμων οδηγούν σε διατροφικές ελλείψεις. Οι οικογένειες μπορεί να καταφεύγουν σε ακραία διαιτητικά προγράμματα χωρίς παρακολούθηση, κάτι που δεν είναι ασφαλές και έχει αρνητικά αποτελέσματα στη συνολική εικόνα της υγείας. Αυτή η έρευνα συζητά τις διατροφικές προκλήσεις που συνοδεύουν τον αυτισμό, εξηγεί τα αίτια και τον σημαντικό ρόλο των εξειδικευμένων διαιτολόγων ως μέρος διεπιστημονικής ομάδας για την αντιμετώπισή τους. Οι διαιτολόγοι είναι σημαντικό μέλος των διεπιστημονικών ομάδων που υποστηρίζουν τα αυτιστικά άτομα και τις οικογένειές τους καθώς χρησιμοποιούν καλές πρακτικές, τροποποιημένα διατροφικά σχέδια, αντιμετωπίζουν προβλήματα και προάγουν τη συνολική ευημερία. Αυτή η έρευνα εξετάζει επίσης τα θετικά αποτελέσματα μιας ισορροπημένης διατροφής σε άλλες πτυχές της ανάπτυξης ατόμων με ΔΑΦ, όπως η ενισχυμένη γνωστική λειτουργία, η ρύθμιση της διάθεσης και η συνολική σωματική ευεξία. Υπάρχουν στοχευμένες παρεμβάσεις που με την παρακολούθηση του διαιτολόγου θα μπορούσαν να προσφέρουν αρκετές λύσεις σε δυσκολίες οικογενειών με αυτισμό. Αξιοποιώντας την τεχνογνωσία εξειδικευμένων διαιτολόγων, τα παιδιά με ΔΑΦ μπορούν να λάβουν εξατομικευμένες διατροφικές παρεμβάσεις που επηρεάζουν θετικά τη συνολική ποιότητα ζωής τους. Η έρευνα μπορεί να βοηθήσει παρέχοντας πληροφορίες για την αντιμετώπιση αυτών των διατροφικών ανησυχιών και επίσης για τη σύνδεση της γενικής καλής υγείας με την ευρύτερη ευημερία και την ανάπτυξη των ατόμων με ΔΑΦ.Τεκμήριο Σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ι και εγκυμοσύνη(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-06-29) Καργάκη, Μαρία; Πλασκασοβίτη, Ελένη-Μαρία; Kargaki, Maria; Plaskasoviti, Eleni-Maria; Σφακιανάκη Ειρήνη; Sfakianaki, EiriniΕισαγωγή: Η σωστή διατροφή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης σε γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 είναι απαραίτητη για την εξασφάλιση της υγείας τόσο της μητέρας όσο και του εμβρύου. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να παρέχονται ειδικές οδηγίες στις γυναίκες σε κύηση με σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι και θα πρέπει να εξετάζεται η διατροφική πρόσληψη των γυναικών αυτών καθ’ όλη τη διάρκεια της κύησης. Παρά τις πολυάριθμες διατροφικές οδηγίες που υπάρχουν για τις γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι που βρίσκονται σε εγκυμοσύνη, παρατηρείται σημαντική έλλειψη δεδομένων για τις διατροφικές συνήθειες των γυναικών αυτών σε πρακτικό επίπεδο. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν η διερεύνηση των διατροφικών συνηθειών των γυναικών σε κύηση με σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι και της τυχόν σύνδεσης των συνηθειών αυτών με τα δημογραφικά και μαιευτικά – κλινικά χαρακτηριστικά της γυναίκας, καθώς και με την ύπαρξη προγενέστερης ενημέρωσης - εκπαίδευσης. Ερευνητική Προσέγγιση: Το δείγμα της παρούσας έρευνας αποτελούνταν από 10 γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι που βρίσκονταν σε κύηση, μέσης ηλικίας 29 ± 5,54 ετών, και δεν είχαν μέχρι της στιγμή συμμετοχής στην έρευνα καμία επιπλοκή στην κύησή τους. Οι γυναίκες του δείγματος κλήθηκαν να συμπληρώσουν ένα ερωτηματολόγιο που δημιουργήθηκε για την παρούσα έρευνα και τα δεδομένα αναλύθηκαν με το SPSS v23. Αποτελέσματα-Συμπεράσματα: Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, το 70% των γυναικών που έλαβαν μέρος στην παρούσα έρευνα άλλαξαν τη διατροφή τους, οι περισσότερες γυναίκες του δείγματος (80%) κατανάλωναν γαλακτοκομικά προϊόντα χαμηλά σε λιπαρά και προϊόντα ολικής άλεσης, και το 70% του δείγματος κατανάλωναν καθημερινά περισσότερα από 4 φρούτα. Η κατηγορία στην οποία ανήκαν οι γυναίκες βάσει του ΔΜΣ τους φάνηκε πως επηρέασε σημαντικά τις διατροφικές τους συνήθειες, όπως την κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων, οσπρίων και ελαιόλαδου, και σε όλες τις παραπάνω κατηγορίες προϊόντων, παρατηρήθηκε ότι οι παχύσαρκες γυναίκες κατανάλωναν λιγότερες μερίδες γαλακτοκομικών προϊόντων, οσπρίων και ελαιόλαδου. Σε επίπεδο ενημέρωσης και εκπαίδευσης, η συντριπτική πλειοψηφία του δείγματος (90%) είχαν λάβει την απαραίτητη ενημέρωση και εκπαίδευση σχετικά με τη διατροφή τους και για τις επιπλοκές του διαβήτη στην κύηση, και όλες είχαν ενημερωθεί σχετικά με την ινσουλινοθεραπεία. Στατιστικά σημαντική σχέση παρατηρήθηκε μεταξύ της λήψης ενημέρωσης και εκπαίδευσης για τη διατροφή και για τις επιπλοκές του σακχαρώδη διαβήτη και του αριθμού των μερίδων γαλακτοκομικών προϊόντων που καταναλώνονταν σε ημερήσια βάση, του αριθμού των μερίδων οσπρίων που καταναλώνονταν σε εβδομαδιαία βάση και των μερίδων ελαιόλαδου που καταναλωνόταν συνολικά την ημέρα.Τεκμήριο Αντιμετώπιση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 στα παιδιά και η σχέση του με τη διατροφή(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-06-26) Κατσιβαρδά, Αικατερίνη; Katsivarda, Aikaterini; Ταβλαδάκη, Θεονύμφη; Tavladaki, TheonymfiΟ σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 (ΣΔ2) στα παιδιά είναι ακόμη πιο ανησυχητικός και πολύπλοκος από ό,τι ο ΣΔ2 στους ενήλικες, καθώς έχει αποδειχθεί ότι είναι μια ιδιαίτερα επιθετική μορφή νόσου που σχετίζεται με υψηλά ποσοστά θεραπευτικής αποτυχίας και οδηγεί σε περισσότερες επιπλοκές συγκριτικά με τους ενήλικες. Σκοπός της έρευνας αυτής ήταν η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ ΣΔ2 και διατροφής στα παιδιά. Πραγματοποιήθηκε συστηματική ανασκόπηση επιστημονικών άρθρων από το PubMed, το Science Direct και το Medline. Τα κριτήρια εισαγωγής των άρθρων στη μελέτη ήταν: άρθρα στην αγγλική γλώσσα, άρθρα δημοσιευμένα κατά το διάστημα 2013-2023, έρευνες με δείγμα παιδιά, πρωτογενείς μελέτες, άρθρα με ελεύθερα προσβάσιμο όλο το περιεχόμενό τους. Συμπεριλήφθηκαν στην συστηματική ανασκόπηση 8 έρευνες. Διαπιστώθηκε ότι η υψηλότερη συνολική πρόσληψη ενέργειας, η χαμηλή συχνότητα οικογενειακών πρωινών και βραδινών, οι κακές διατροφικές συνήθειες των γονέων, η μη κατανάλωση πρωινού, η συχνή κατανάλωση έτοιμου φαγητού, οι χαμηλότερες συγκεντρώσεις βιταμίνης C στο πλάσμα και οι αυξήσεις στις συγκεντρώσεις των αμινοξέων διακλαδισμένης αλυσίδας αυξάνουν τον κίνδυνο απόκτησης ΣΔ2 στα παιδιά. Από την άλλη, η λήψη συμπληρωμάτων βιταμίνης D σε παιδιά με ΣΔ2 μειώνει τον ΔΜΣ, την αμινοτρανσφεράση της αλανίνης και την HbA1c. Είναι επιτακτική ανάγκη να πραγματοποιηθούν περισσότερες μελέτες αναφορικά με το ΣΔ2 στα παιδιά και το ρόλο που μπορεί να έχει η διατροφή τόσο στην πρόληψη όσο και στην αποτελεσματική αντιμετώπισης του ΣΔ2.Τεκμήριο Ο ρόλος του εκπαιδευτικού στη διαμόρφωση της διατροφικής συμπεριφοράς των μαθητών(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-06-26) Καπετάνιου, Σταματίνα; Τσαγκαρέλη, Βασιλική; Kapetaniou, Stamatina; Tsagkareli, Vasiliki; Σφακιανάκη, Ειρήνη; Sfakianaki, EiriniΕισαγωγή: Oι διατροφικές συνήθειες επηρεάζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό την ποιότητα ζωής μας. Κατά την παιδική και εφηβική ηλικία αποτελούν το κλειδί για τη διασφάλιση της βέλτιστης ανάπτυξης, υγείας και ευεξίας. Οι εκπαιδευτικοί ασκούν μεγάλη επιρροή στην συμπεριφορά και στις απόψεις, καθώς βρίσκονται στο περιβάλλον των παιδιών και αλληλοεπιδρούν ένα μεγάλο μέρος της ημέρας τους με εκείνα. Σκοπός: Οι κύριοι στόχοι της έρευνας περιλαμβάνουν την αξιολόγηση των διατροφικών γνώσεων και της συμμόρφωσης των εκπαιδευτικών του Άργους με το Μεσογειακό Πρότυπο διατροφής. Μέθοδοι: Το θεωρητικό μέρος αφορά τη διατροφική εκπαίδευση των εκπαιδευτικών, τις διατροφικές γνώσεις και συμπεριφορές ενηλίκων, και τους τρόπους επιρροής των εκπαιδευτικών στις διατροφικές συνήθειες των παιδιών μέσα στο σχολείο. Πραγματοποιήθηκε ποσοτική έρευνα ερωτηματολογίων με δείγμα 50 εκπαιδευτικών του Άργους. Για την έρευνα χρησιμοποιήθηκαν το ερωτηματολόγιο διατροφικών γνώσεων και το ερωτηματολόγιο MEDAS (συμμόρφωση στο Μεσογειακό πρότυπο διατροφής) και ερωτήσεις που αφορούν τα ατομικά χαρακτηριστικά του δείγματος. Αποτελέσματα: Οι διατροφικές γνώσεις των εκπαιδευτικών είναι σε μέτριο επίπεδο ικανοποιητικές όπως και η συμμόρφωση με το Μεσογειακό Πρότυπο διατροφής. Βρέθηκε ότι δεν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ διατροφικών γνώσεων και συμμόρφωσης με την μεσογειακή διατροφή. Επίσης το φύλο, η ηλικία, η οικογενειακή κατάσταση, το μορφωτικό επίπεδο, η παρακολούθηση σεμιναρίων και η συμμετοχή σε προγράμματα Αγωγής Υγεία δεν επηρεάζουν τις διατροφικές γνώσεις των εκπαιδευτικών ούτε την συμμόρφωση τους με το Μεσογειακό Πρότυπο. Συμπεράσματα: Τα συμπεράσματα που προέκυψαν από την έρευνα είναι ότι οι εκπαιδευτικοί διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση της διατροφικής συμπεριφοράς των μαθητών. Ωστόσο, τα ευρήματα επισημαίνουν την ανάγκη για βελτίωση των διατροφικών γνώσεων και της συμμόρφωσης των εκπαιδευτικών με υγιεινά διατροφικά πρότυπα, καθώς και την ενσωμάτωση ενισχυμένων διατροφικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων στο σχολικό περιβάλλον.Τεκμήριο Διερεύνηση της συμβολής της “Μεσογειακής διατροφής” στην πρόληψη και αντιμετώπιση της νόσου COVID-19(ΕΛΜΕΠΑ, Σχολή Επιστημών Υγείας (ΣΕΥ), Τμήμα Επιστημών Διατροφής και Διαιτολογίας, 2026-06-25) Ερμίδη, Ηλιάνα; Ermidi, Iliana; Φραγκιαδάκης, Γεώργιος; Fragkiadakis, GeorgiosΗ Μεσογειακή Διατροφή (ή Κρητική Διατροφή, ΚΔ) είναι μια δίαιτα που προέρχεται από διάφορες χώρες στα παράλια της μεσογείου και έχει θεμελιωθεί επιστημονικά από το 1950. Τα κύρια της χαρακτηριστικά είναι η κατανάλωση πολλών λαχανικών, φρούτων, οσπρίων και θαλασσινών και η επιλογή του ελαιόλαδου ως της κύριας πηγής λιπαρών. Όλα αυτά τα τρόφιμα αναφέρονται σε αμέτρητες έρευνες ως τροφές με μυριάδες οφέλη υγείας και προτείνεται η συχνή κατανάλωση τους για την εύρυθμη λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού. Από την άλλη μεριά, ο ιός γνωστός ως SARS-CoV-2 αποτελεί μια από τις πιο έντονες προκλήσεις του παγκόσμιου συστήματος υγείας και από την εμφάνιση του μέχρι και σήμερα επέφερε πάνω από 7 εκατομμύρια θανάτους. Οι επιπτώσεις υγείας των ατόμων που νοσούν με κορονοϊό κυμαίνονται από ελαφριές: όπως βήχας και ρινική καταρροή έως και αρκετά σοβαρές όπως: ανεπάρκεια του αναπνευστικού συστήματος και καρδιαγγειακά νοσήματα. Ενάντια σε αυτά τα συμπτώματα η μεσογειακή διατροφή διαδραματίζει ένα αρκετά σημαντικό ρόλο όπως και τοποθετείται σε διάφορες μελέτες, οι οποίες μελετούν τις θετικές της επιδράσεις σε σχέση με τον ιό. Ειδικότερα, λαμβάνοντας τη οπτική των επιμέρους μικροθρεπτικών συστατικών που εμπεριέχονται στα τρόφιμα της ΜΔ/ΚΔ, τονίζεται ακόμη περισσότερο η σημασία της δράσης τους έναντι στον ιό και στις παρενέργειες του. Τέλος, η ίδια σχέση επιβεβαιώνεται και από την εξέταση των ερευνών οι οποίες συνδέουν την υψηλή κατανάλωση ορισμένων κύριων κατηγοριών τροφίμων της ΜΔ/ΚΔ με ηπιότερη νόσηση από COVID-19.